Οι άνθρωποι ζουν για την τέχνη. Είτε το καταλαβαίνουν είτε όχι, η ύπαρξη η ίδια είναι η υψηλότερη μορφή τέχνης. Ακόμα κι η αναπνοή είναι τέχνη, ο τρόπος που ζει ο καθένας μας είναι μικρές λεπτομέρειες τέχνης.

Οι άνθρωποι ζωγραφίζουν, τραγουδούν, γράφουν. Όλα έχουν έναν αποδέκτη κι όλα απαιτούσαν έμπνευση. Είτε αυτή ήταν ένα θρόισμα του ανέμου, είτε ένα κελάηδημα, μια ιστορία προσωπική, δική τους που θέλησαν να την κάνουν αθάνατη μετατρέποντάς την σε τέχνη.

Πάντα θα ζηλεύω τους ανθρώπους που εμπνέονταν από την παραμικρή αφορμή, τους ανθρώπους με την καλπάζουσα φαντασία, αυτούς που μιλάνε με αλληγορίες, τους άλλους που χρησιμοποιούν μεταφορές και παρομοιώσεις για πλάκα ενώ εγώ παλεύω να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά μέσα σε πέντε χιλιάδες λέξεις και πάλι, μου είναι δύσκολο και σπάω το κεφάλι μου κάθε φορά.

Η δική μου πηγή έμπνευσης δεν είναι τίποτα το εξωπραγματικό, δεν είναι τίποτα το δυσνόητο ούτε απαιτεί καμία σκέψη περίπλοκη, αλλά παρ’ όλα αυτά για μένα, είναι όλος ο κόσμος.

Βρήκα μια μούσα. Και γράφω γι’ αυτήν. Και κάθε φορά που πάω να χτίσω έστω μια πρόταση, εμφανίζεται μέσα στο κεφάλι μου κι όλα αποκτούν ξαφνικά νόημα, δεν είμαι ο ατσούμπαλος γραφιάς που προσπαθεί με μανία ν’ αποφύγει γραμματικά λάθη κι ασυνταξίες, αλλά είμαι ο βασιλιάς του κόσμου.

Ξεπετάγονται στη σκέψη μου εικόνες, μυρωδιές, χάδια και συναισθήματα. Και δεν ψάχνω κανέναν αποδέκτη, κανέναν παραλήπτη για όσα γράφω. Γράφω για μένα, γιατί είναι τόσο υπέροχο συναίσθημα να ξέρεις πως κάτι που έζησες αξίζει όλες τις λέξεις, όλα τα ποιήματα κι όλες τις μουσικές του κόσμου κι ακόμα κι αν πεθάνω μην έχοντας καταφέρει να γράψω τίποτα αξιόλογο στη ζωή μου, δε θα με νοιάζει, γιατί έχω καταφέρει το πιο σημαντικό πράγμα στη ζωή μου. Αποτύπωσα όλη μου τη ζωή σε αυτά που έγραψα.

Ματώνεις για τη μούσα σου. Αφήνεις την ψυχή σου στο χαρτί ή στην οθόνη του υπολογιστή, τα δάχτυλά σου σκίζονται σε κάθε γράμμα που συντάσσεις.  Δε σε νοιάζει τίποτα πια. Ξέρεις πολύ καλά από τη στιγμή που βρήκες κάτι τόσο πολύτιμο πως θα δώσεις όλο σου το είναι, γράφοντας για αυτήν τη μούσα. Θέλεις ο κόσμος να μάθει τα πάντα, να τη μοιραστείς με όλη τη Γη, να κάνεις όλο τον κόσμο να νιώσει όσα ένιωσες εσύ για εκείνη.

Αγάπη, έρωτα, ενθουσιασμό, θλίψη, οργή. Χαμόγελα που φωταγωγούν πόλεις και πόνο από αυτό που παρακαλάς να πέθαινες για να σταματήσει η καρδιά να αιμορραγεί. Πολύτιμες λέξεις που βγήκαν από το στόμα της, ματιές γεμάτες έρωτα, πράξεις βουτηγμένες στην ευτυχία. Αυτό είναι η μούσα.

Ο άνθρωπος που σ’ έκανε να καταλάβεις ότι η ζωή αξίζει. Που έκανε την καρδιά σου επιτέλους να χτυπάει δυνατά, να θέλει να σπάσει, να βγει από το στήθος σου. Χωρίς τούτον τον άνθρωπο θα ήσουν νεκρός, δε θα είχες καταλάβει ποτέ πως έχεις καρδιά. Δε θα ένιωθες ποτέ πως οι λέξεις που γράφεις έχουν νόημα, απέκτησαν ουσία.

Ζηλεύω τους ανθρώπους με φαντασία, αυτούς που φτιάχνουν εικόνες, που δημιουργούν εικόνες από το πουθενά, που φτιάχνουν συναισθήματα, που μαγεύουν με ήχους.

Μ’ έκανες να μάθω όμως ότι εγώ, ως γραφιάς, πρέπει να βάλω καλά στο μυαλό μου ότι δε γράφω για κανέναν άλλο στη Γη. Δε με νοιάζει η γνώμη κανενός, δε με απασχολεί η προβολή ούτε η αναγνώριση. Δεν είναι εγωιστικό. Με έμαθες να θέλω να σε μοιραστώ μ’ όλον τον κόσμο για να σε μάθουν. Να μάθουν πως εσύ, η μούσα μου, ο λόγος που γράφω και τα δάχτυλά μου παίρνουν φωτιά, εσύ, που για σένα έχω γράψει είκοσι χιλιάδες λέξεις καταχωνιασμένες κι ακατέργαστες, είσαι ο μόνος λόγος που ένιωσα πως κάτι καταφέρνω με τούτα τα πράγματα που γράφω.

Τους ζηλεύω, λοιπόν, όλους αυτούς, αλλά μόλις όλοι σε γνωρίσουν μέσα από τα γραφόμενά μου, όλοι θα ζηλέψουν εμένα. Όλοι θα παρακαλούσαν να ήταν στη θέση μου και να ήσουν η δική τους μούσα.

 

Επιμέλεια Κειμένου Ιωάννη Κυράπογλου: Ιωάννα Κακούρη

Συντάκτης: Ιωάννης Καράπογλου