Παρουσία δική σου και δική μου. Απουσία δική σου και δική μου. Ακόμη να καταλάβεις; Το δικό μας το «εμείς» έχει υπόσταση μαζί με το «μαζί» μας. Δεν του πάει του «εγώ» μου να ‘ναι χώρια απ’ το δικό σου. Σκοτεινιάζει μόνο του. Ζητάει παρουσία. Δική σου, δική μου, δεν ξέρω.

Στα «χώρια» μας, το πνίγουν οι σκέψεις. Τσιγάρο στρίβει, τσιγάρο ανάβει, τσιγάρο σβήνει. Και φτου κι απ’ την αρχή. Κάθεται όλες εκείνες τις αδρανείς νύχτες και παρακαλάει για κάποιον ήχο γνώριμο εκείνο το «εγώ». Παρακαλάει για ανάσα, για γέλιο, για φωνή. Για όλα αυτά που κάνουν μοναδικό κάποιον. Για όλα αυτά που σιγά-σιγά σχηματίζουν μια μορφή. Τη δική σου, τη δική μου, δεν ξέρω.

Εκείνες τις αδρανείς νύχτες περιμένει να πάει 3.00. Τα φαντάσματα περιμένει. Τέτοια ώρα δε λένε ότι βγαίνουν; Ναι τέτοια ώρα πρέπει να ‘ναι. Αλλά αντί για φαντάσματα, βγαίνουν σκέψεις. Σουλατσάρουν μες το σπίτι και φωνάζουν και γελάνε. Τρέχουν από ‘δω κι από ‘κει, τα κάνουν όλα άνω-κάτω και μετά έρχονται και κάθονται δίπλα του. Να του κάνουν παρέα μέχρι να ξημερώσει. Να καπνίσουν κι εκείνες λίγο απ’ το κενό του.

Σκέψεις παρούσες, γόπες παρούσες. Έτσι πάει. Κάθε σκέψη και μια τζούρα, κάθε ανάμνηση κι ένα φύσημα. Μόνο που δεν εξαφανίζονται όταν το τσιγάρο σβήσει. Μένουν εκεί, θρονιασμένες δεξιά σ’ εκείνο το «εγώ», να θυμίζουν όλο και περισσότερο κάτι από ‘σένα, κάτι από ‘μενα, κάτι κι απ’ τους δυο μας, δεν ξέρω.

Απάλευτες, γαμημένες σκέψεις. «Να κοιμηθώ να μην σκέφτομαι», έτσι λέει κάθε βράδυ. Όμως να που το ξημέρωμα το βρίσκει στην ίδια θέση πάλι. «Να κοιμηθώ να μη θυμάμαι». Όμως να που τελικά θέλει να θυμάται. Θέλει να θυμάται γέλια κι ανάσες και φωνές. Τις δικές σου, τις δικές μου, δεν ξέρω.

Στα παρακάλια έχει μείνει. Έχει πέσει στα γόνατα κι εκλιπαρεί για παρουσία. Για γνώριμη παρουσία. Να ανοίξει την πόρτα και να του γεμίσει τη ζωή. Να τη γεμίσει έτσι κενή που είναι. Να τη γεμίσει έτσι κενή που την έχει καταντήσει. Να την μπαλώσει λίγο που μπάζει αέρα και να τη ζωντανέψει πάλι. Για παρουσία παρακαλάει, δεν το βλέπεις; Για τη δική σου, τη δική μου, δεν ξέρω.

Κάπως θα γίνει η αρχή. Θα τις διώξει τις σκέψεις, θα φύγουν. Θα πάρει τη ζωή του και θα τη σύρει έξω. Θα της δείξει τον ήλιο. Θα καταλάβει ότι τόσο καιρό ζούσε με δείγματα. Δείγματα παρουσίας, δείγματα φωτός. Θα δει, εκείνο το «εγώ», ότι το σκοτάδι δεν αρκεί. Οι νύχτες δεν αρκούν. Οι σκέψεις δεν αρκούν.

Ούτε τα όνειρα αρκούν. Ειδικά τα «παραλίγο». Εκείνα είναι που καταλήγουν εφιάλτες. Γίνονται παρουσία κι εκεί που πας να συνηθίσεις τη μορφή τους, ανοίγουν την πόρτα και γίνονται απουσία. Απουσία αναντικατάστατη. Απουσία γνώριμη. Απουσία δική σου, δική μου, δεν ξέρω.

Δεν ξέρω τι είναι δικό σου και τι δικό μου πια. Δεν μπορώ να καταλάβω. Είχα συνηθίσει βλέπεις στο μαζί και το χώρια δε μου πάει. Δε μου ταιριάζει να σκέφτομαι χωρίς εσένα. Ούτε να γελάω, ούτε να φωνάζω. Δε μου ταιριάζει η παρουσία η δική μου μόνη της. Ούτε η ανάσα μου θυμίζει «εγώ». Το «εγώ» το δικό μου είχε γίνει «εμείς». Και το δικό μας το «εμείς» χωρίς εσένα δεν κολλάει.

Παρουσία δική σου και δική μου. Απουσία δική σου και δική μου. Ακόμη να καταλάβεις; Το δικό σου «λείπω» βγάζει στο δικό μου «πουθενά». Ακόμη κι αυτό το «πουθενά» μαζί σου το ‘χα φανταστεί. Και τα σκοτάδια μου ακόμη, με ‘σένα θα τα μοιραζόμουν.

Ήταν άδικο αυτό που έκανες. «Ζήσε» μου είπες και περίμενες να σ’ ακούσω. Πώς να ζήσω όμως, μάτια μου, όταν το πρώτο μας «μαζί» και το τελευταίο μου «εγώ» στα έδωσα πριν κλείσεις την πόρτα;

 

Επιμέλεια Κειμένου Μαριάννας Συμεωνίδη: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Μαριάννα Συμεωνίδη