Απόγευμα. Ο ήλιος έχει αρχίσει να δύει. Μικρή η διαφορά σκέφτεσαι, κι άλλη μουντή μέρα σήμερα. Το μόνο φως στο δωμάτιο είναι αυτό που βγαίνει από την οθόνη του υπολογιστή. Ο μόνος ήχος είναι αυτός που ακούγεται απ’ έξω, από τη βροχή που πέφτει. Τυλίγεσαι ακόμη περισσότερο στην κουβέρτα σου. Σκοτεινιασμένη μέρα, σκοτεινιασμένος κι εσύ.

Η βροχή δυναμώνει, το φως ελαττώνεται, ο γαλλικός σου έχει σταματήσει να αχνίζει. Να βγεις έξω με τέτοιο καιρό, το αποκλείεις. Οι όμοιοί σου είναι κι αυτοί σωστά μπουρίτο μες τις κουβέρτες τους και αδυνατούν να αφήσουν τη μελαγχολία τους για να έρθουν στη δικιά σου. Ούτως ή άλλως σ’ αρέσει που είσαι μόνος. Σ’ αρέσει που τέτοιου είδους μέρες σου δίνουν τη δυνατότητα να σκοτεινιάσεις μαζί τους.

Τέλεια μέρα για να αναπολήσεις στιγμές. Τέλεια μέρα για να τις παρομοιάσεις με τις σταγόνες σου. Αυτές που πέρασαν και χάθηκαν μέσα σε μια μπόρα άλλων, αυτές που θα ‘ρθουν και θα καθαρίσουν το παρόν σου. Αυτές που ξέσπασαν σε δευτερόλεπτα και ήρθαν και κάθισαν μέσα σε μια λακκούβα, εγκλωβισμένες, περιμένοντας υπομονετικά τον επόμενο ήλιο που θα τις εξατμίσει.

Στιγμές. Πολλές και διαφορετικές. Άλλες σημαντικές, άλλες όχι. Κι όμως όλες μαζί τσουβαλιάζονται στο κεφάλι σου και ζήτημα αν μπορείς να τις ξεχωρίσεις, να τις βάλεις σε κατηγορίες. Κάθε άσχημη έρχεται να συμπληρώσει κάθε όμορφη. Και το αντίστροφο. Σαν τις σταγόνες σου. Αυτές που παρακολουθείς τόση ώρα. Σαν αυτές που πέφτουν ξεχωριστά, σε χιλιάδες μόρια, καταλήγουν θάλασσες και σου είναι αδύνατο να βρεις αυτή τη μία που αγαπάς λίγο περισσότερο από τις υπόλοιπες.

Είναι όμορφες οι μέρες οι σκοτεινιασμένες. Δεν έχουν ανάγκη από ήλιο για να λάμψουν. Απορροφούν συναίσθημα και όχι φως. Απορροφούν το συναίσθημα που θα δώσουν στις σταγόνες να αναπαράγουν. Αυτή είναι κι η δουλειά τους εξάλλου. Να μαζεύουν τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας και να ξεσπούν με μια μπόρα που μπορεί να τα καταστρέψει όλα στο πέρασμά της, αλλά θα αφήσει πίσω της μια γαλήνη αλλιώτικη.

Μετά το ξέσπασμα άλλωστε έρχεται κι η λύτρωση. Εκείνη που θα ακολουθήσει τις σταγόνες σου και θα γίνει συγχώρεση γι’ αυτούς που θόλωσαν τα μάτια σου με φως. Φως πιο σκοτεινό κι από σκοτάδι. Ψεύτικο ως το μεδούλι, προορισμένο να αγαπηθεί απ’ την ψυχή σου και να την καταντήσει ψεύτικη κι αυτή.

Γι’ αυτό μη φοβάσαι τα σκοτάδια. Ούτε της μέρας, ούτε των ανθρώπων. Το σκοτάδι σου δίνει την πολυτέλεια της αίσθησης. Δεν είναι επιφανειακό. Μπορεί να σε τυφλώσει όπως και το φως, με τη διαφορά ότι το φως σου προσφέρει μια φαινομενικά ξεκάθαρη εικόνα ενώ το σκοτάδι την εξαφανίζει. Σου δίνει την επιλογή να αισθανθείς περισσότερο, να ακούσεις περισσότερο, να γευτείς περισσότερο.

Οι μουντές μέρες ισούνται με περισσότερο σκοτάδι. Το περισσότερο σκοτάδι ισούται με περισσότερο συναίσθημα. Περισσότερη μελαγχολία από το συνηθισμένο, περισσότερη νοσταλγία, περισσότερη επιθυμία. Όλα στο περισσότερό τους. Και μαζί μ’ αυτά έρχεται και η βροχή για να τα πάρει μαζί της. Να τα ξεπλύνει από πάνω σου και να σ’ αφήσει φωτεινό μέσα σε μια μέρα γεμάτη σκιές. Που μπορείς να τις παρομοιάσεις με ο,τι θες. Είναι η μέρα τέτοια.

Δεν έχεις ανάγκη τον ήλιο για να χαρείς τη μέρα. Εκμεταλλεύσου το σκοτάδι, έχει περισσότερα να σου χαρίσει από αυτά που νομίζεις. Κλάψε αν χρειαστεί. Δώσε στις σταγόνες σου νόημα. Μάζεψε τις στιγμές σου και άφησέ τες να κυλήσουν. Άφησέ τες να καθαρίσουν τα μάτια σου και να μείνουν για λίγο αυτούσιες, κρυστάλλινες.

Και πριν έρθει ο επόμενος ήλιος που θα τις εξαφανίσει να έχεις το θάρρος να μιλήσεις στο σκοτάδι σου και να το ευχαριστήσεις. Να ξέρεις ότι η μπόρα που προκάλεσες καθάρισε το μέσα σου και άνοιξε μικρές χαραμάδες φωτός για να βλέπεις καλύτερα. Για να βλέπεις όσο πρέπει.

Και αν η επόμενη μέρα είναι πιο σκοτεινή και πιο βροχερή από την προηγούμενη, μη μασάς. Τώρα ξέρεις.

 

Επιμέλεια Κειμένου: Σοφία Καλπαζίδου

Συντάκτης: Μαριάννα Συμεωνίδη