Το τελευταίο κείμενο που έγραψα σ’ εκείνο το τετράδιο το έγραψα για σένα. Τότε που κατάλαβα ότι εσύ είσαι και κανένας άλλος. Και διαβάζοντάς σε, κατάλαβα ότι ο φόβος μου για το πόσο εύκολο είναι να σε χάσω, μου έδωσε δύναμη να ξεκινήσω να πατάω πάλι με μανία τα πλήκτρα και να γράφω γρηγορότερα και από καρτούν στην τηλεόραση.

Σου έχω μιλήσει για τον φόβο. Σου έχω καταθέσει ένα κομμάτι της ψυχής μου και του εαυτού μου κι ας ήξερα ότι τα χέρια σου τρέμουν. Κι ας ήξερα ότι μπορεί να τρομάξεις και να φύγεις, γιατί η φυγή είναι η εύκολη λύση. Τελικά όμως τα κατάφερα και ξεπέρασα την ανασφάλειά μου. Όμως τώρα, υπάρχει κάτι άλλο που με κάνει να αναρωτιέμαι και να μπερδεύομαι. Αφού σου κατέθεσα ένα κομμάτι της ψυχής μου, θα μπορούσα να καταθέσω και περισσότερα; Κι αν ήθελα να το κάνω, εσύ θα ήσουν έτοιμος να τα πάρεις; Όχι. Δε θα ήσουνα. Και δε θα ήσουνα γιατί νιώθεις ότι δεν είσαι έτοιμος για τίποτα. Και δεν είσαι έτοιμος για τίποτα γιατί δεν είσαι σταθερός. Γιατί μεταβάλλεσαι κάθε φορά που είσαι με κάποιους ανθρώπους. Γιατί η προσωπικότητα που δείχνεις σε εμένα, κρύβεται όταν είσαι με τους άλλους. Αυτό από την μία με κάνει να νιώθω μοναδική, από την άλλη όμως δεν ξέρω κατά πόσο είναι καλό αυτό για εσένα και για την επαφή μας.

Το πρώτο πράγμα που είδα πάνω σου; Τα μάτια σου. Πάντα κοιτάω τα μάτια στους ανθρώπους. Το βλέμμα τους. Πώς θα με κοιτάξουν. Αν θα νιώσω ότι είναι «δικός μου» αυτός ο άνθρωπος ή αν θα νιώσω ότι εγώ με αυτόν τον άνθρωπο «μέχρι εκεί». Και είναι ελάχιστες οι φορές που έχω πέσει έξω.

Κοιτώντας λοιπόν εσένα, έγινε κάτι μαγικό: Είδα εμένα. Και με κοίταξα καλά. Και με ακούμπησα όσο μπορούσα να με ακουμπήσω. Και με ένιωσα όσο είχα καιρό να με νιώσω, γιατί τόσο καιρό είχα τον έλεγχο μαζί σου και ξαφνικά τον έχασα. Έχασα τα όριά μου, τρόμαξα και ξεκίνησα να φέρομαι σαν πεντάχρονο παιδάκι που δεν του δίνουν το παιχνίδι του. Και χαίρομαι που είμαι περίεργη και απροσάρμοστη γιατί η προσαρμοστικότητα δε μου έκανε και το μεγαλύτερο καλό όπως φαντάζεσαι. Με έκανε να έχω ανασφάλειες και να μην πατάω στα πόδια μου. Να ακούω μόνο τι μου λένε οι άλλοι, να δηλητηριάζω σκέψεις και ανθρώπους που μου άξιζαν γιατί «ρε φίλε, ο τύπος είναι άσχημος». Άσχημος; Πανέμορφος είναι. Και είναι πανέμορφος γιατί δεν τον ξέρεις όπως τον ξέρω. Δεν τον έχεις δει να φτάνει στα όριά του, να κλαίει και να μιλάει για όσα πονάνε. Βλέπεις μόνο την εικόνα του και το έξω του.

Σε φοβάμαι. Να τη πάλι η σκατολέξη. Σε φοβάμαι γιατί μαζί σου, είμαι ευάλωτη. Γιατί μαζί σου, γίνομαι καλύτερη και νιώθω τόσο όμορφα. Γιατί μαζί σου νιώθω! Νιώθω όσα θαμμένα είχα μέσα μου και χαίρομαι που τα ξεθάβεις. Και κάποια μου τα δημιουργείς και πρώτη φορά. Γιατί κανένας έρωτας δεν είναι όπως οι προηγούμενοι. Και επειδή έχω νιώσει πώς είναι να είσαι ερωτευμένος, δε θέλω να συμβιβαστώ με τα ασυμβίβαστα.

Απωθημένα. Κακιά λέξη. Νομίζω πως η ευρύτερη έννοιά της είναι τα θαμμένα. Αυτά που κρύβεις και κάποια στιγμή σου γυρνάει η βίδα και λες «Δε γαμιέται, θα το κάνω κ αυτό, θα το πω κ αυτό κι ας τα χάσω όλα» αλλά μετά σε σκέφτομαι και κουλουριάζομαι στον καναπέ και νιώθω πάλι το παιδί που λέγαμε πριν και το μόνο που θέλω είναι μια ζωή με σένα. 

Επιμέλεια Κειμένου Λάμδας Βήτα: Κατερίνα Κεχαγιά.

 

 

Συντάκτης: Λάμδα Βήτα