Ο άνθρωπος γεννιέται κι έρχεται σε αυτή τη ζωή σαν ένας άγραφος πίνακας, χωρίς προϋπάρχουσες γνώσεις κι εμπειρίες, παρά μόνο με κάποια ένστικτα. Η λατινική φράση “tabula rasa” επιβεβαιώνεται. Πλαθόμαστε σταδιακά βάσει του οικογενειακού μας περιβάλλοντος κι αποκτάμε το χαρακτήρα που ζυμώθηκε μέσα απ’ τον περίγυρό μας.

Εν έτει 2018, η τρυφερότητα φαντάζει αδυναμία στα μάτια των άλλων. Φαντάζει σαν μια εξάρτηση συναισθηματική, μια παράδοση, σε μια εποχή που οι άνθρωποι έμαθαν να δίνουν με μέτρο. Έμαθαν να κλείνουν την ευαισθησία τους καλά και να της ανοίγουν τα παντζούρια να δει λίγο φως, μόνο σε πρόσφορο κι αμοιβαίο έδαφος.

Αλήθεια, πώς καταντήσαμε έτσι; Πώς η γνώμη και κυρίως η ταμπέλα των άλλων μας τρομάζει τόσο πολύ; Έχει καταλήξει να θεωρείται ρετσινιά η καλοσύνη; Γίναμε λιγομίλητοι κρύβοντας την ευγένεια πίσω από απρόσωπες μάσκες. Φοβόμαστε μη μας εκμεταλλευτούν, μην την πατήσουμε -κι ας πατήσουμε εμείς άλλους. Κι ας έχουμε στα μάτια μας κρυμμένη εκείνη τη λάμψη που σιγοβράζει μέσα μας, που θέλει να απλώσει χέρι στον αδύναμο μα φοβάται τον κόσμο που θα κρίνει, που θα μας κατατάξει στους αδύναμους -κι αυτός ο κόσμος συμπαθεί μόνο τους δυνατούς. Μάθαμε να καμουφλάρουμε επιθυμίες, φόβους και συναισθήματα. Ακολουθούμε τυφλά εκείνη τη συμβουλή «μην πεις σε κανέναν πώς νιώθεις, γιατί θα φας τα μούτρα σου» κι ας μοιάζει περισσότερο με κατάρα, που μας καταδικάζει στη μοναξιά των ανείπωτων.

Κι αν κάποτε τολμάμε, μπαίνουμε σε σχέσεις και κλειδώνουμε τις εσωτερικές φωνές μας. Καταπιέζουμε την αγάπη και την τρυφερότητά μας πίσω από χαλαρές συμπεριφορές, μην, τάχα μου, τρομάξει ο άνθρωπός μας με όσα νιώθουμε γι’ αυτόν. Τσουγκρίζουμε τις επιθυμίες μας με τους κανόνες και τις απαγορεύσεις των γύρω μας κι αισθανόμαστε πως η αγάπη μας κάνει ευάλωτους, τρωτούς, άοπλους.

Μα, αλήθεια, κερδίσαμε ποτέ κάτι πνίγοντας όσα ποθούσαμε; Για όσα δε φωνάξαμε, για κάθε συναίσθημα που σκίρτησε μέσα μας και το βαφτίσαμε αδυναμία, αλήθεια κερδίσαμε τίποτα άλλο εκτός από άγχος, θλίψη, μοναξιά; Χάσαμε ανθρώπους κι εκείνα τα βράδια που ο ύπνος δε μας κάνει τη χάρη σκεφτόμαστε αν κατάλαβε ποτέ ο άλλος πώς νιώσαμε για αυτόν. Αν θα ήταν ακόμα εδώ αν είχαμε πει όσα αλήθεια θέλαμε να πούμε, χωρίς φίλτρα και ετικέτες.

Χωρίς συναίσθημα κι έκφρασή του δε ζει ο άνθρωπος. Δεν είναι αγρίμι. Δε μαλακώνει η ψυχή μας χωρίς αυτή την τροφή που έρχεται απ’ το στόμα εκείνων που τόσο αγαπάμε. Όλα ξεκινούν από μέσα μας κι αν εκεί υπάρχει ένας πόλεμος συναισθημάτων, τότε η ζωή απλά μας ανεβοκατεβαίνει τη σκάλα του προορισμού μας. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας άλλος προορισμός εκτός απ’ την ευτυχία μας. Κανένας δεν ξέρει καλύτερα την ψυχή μας και τα «θέλω» μας περισσότερο από εμάς τους ίδιους. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να κρίνει αυτά που νιώθουμε κι εκφράζουμε. Δεν μπορούμε να ζούμε με το άγχος της ρετσινιάς. Η τρυφερότητα κι η ευγένεια δεν είναι αδυναμία, μα όπλο στα χέρια των ανοιχτόμυαλων ανθρώπων.

Δεν υπάρχει κανένα εγχειρίδιο που να μας λέει πώς να μην πληγωθούμε. Δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να απαγορεύει να πούμε και να δείξουμε όλα αυτά που νιώθουμε ούτε καμία εγγύηση πως δε θα πονέσουμε αν δεν το κάνουμε.

Οι δειλοί γύρω μας θέτουν απαγορεύσεις συγκρίνοντας τα δικά μας «θέλω» με προσωπικές τους αποτυχίες. Δεν ήμαστε κτήμα και ρομπότ κανενός. Ας δώσουμε την αγάπη σ’ αυτούς που την τσιγκουνεύτηκαν. Σ’ αυτούς που την δίνουν με μέτρο. Γιατί; Γιατί το νιώθουμε και το θέλουμε. Κι ας μην έρθει ποτέ το αντάλλαγμα που όλοι περιμένουν. Το κάνουμε γιατί έτσι αισθανθήκαμε. Κι αν δεν το εκφράσουμε, θα μείνει για πάντα σαν μια τεράστια σπατάλη μας κατά του εαυτού μας.

Συντάκτης: Χριστιάνα Παν
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη