Γουστάρω να με παίρνεις τηλέφωνο μεθυσμένος. Να χτυπάει το κινητό μου μέσα στη νύχτα και να είσαι εσύ. Να σε φαντάζομαι να περνάς καλά με τους φίλους σου, να γελάς και μετά από μερικά σφηνάκια να σε χάνουν για λίγο, γιατί είσαι έξω και πληκτρολογείς τον αριθμό μου.

Να σου λέω, με δήθεν παράπονο, ότι με ξύπνησες και να μη σε νοιάζει, γιατί θέλεις να μου μιλήσεις «τώρα». Και να μη νοιάζει ούτε εμένα, την υπνολάτρη, γιατί θέλω να ακούσω αυτά που θέλεις να μου πεις «τώρα».

Θέλεις να μου πεις ότι μ’ αγαπάς ή ότι είσαι τσατισμένος μαζί μου από προχθές. Ή και τα δυο. Ότι με σκέφτεσαι ή ότι δεν είναι δυνατόν να μη μου αρέσουν τα star wars. Ή όλα μαζί. Τα περισσότερα μου τα έχεις πει και νηφάλιος, αλλά όταν τα έχεις πιει τα λες αλλιώς· πιο αστεία, πιο θυμωμένα, πιο συγκινητικά, πιο φωνακλίδικα. Κάνεις μικρά σαρδάμ και γελάω. Απαντάς μόνος σου σε αυτά που ρωτάς. Μου φωνάζεις ότι με θέλεις και με ξεκουφαίνεις. Σε πειράζω κι αποσυντονίζεσαι, διασκεδάζω που χάνεις τον ειρμό σου.

Βασικά γουστάρω να με παίρνεις τηλέφωνο τότε που οι αναστολές σου σπάνε. Γιατί καταλαβαίνω ότι ακόμη κι όταν οι σκέψεις σου είναι ελεύθερες, το μυαλό σου γυρνάει γύρω από εμένα. Ήπιαμε καφέ το απόγευμα και μαλώσαμε που βαριόσουν να έρθεις μαζί μου σε κάτι εγκαίνια. Προχθές σκεφτόμασταν που θα πάμε τις πρώτες μας διακοπές. Και μετά κοιμηθήκαμε μαζί κι ονειρευόμασταν θάλασσες και ούζα. Κι απόψε πριν βγεις με τους φίλους σου, σου έστειλα μήνυμα να προσέχεις και να μην πάρεις αμάξι. Είσαι ο τύπος μου, που παρόλο που είμαστε μαζί, σου λείπω όταν δεν είμαστε. Και γουστάρω να σου λείπω όταν διασκεδάζεις.

Απολαμβάνω τα μεθυσμένα σου τηλέφωνα. Γιατί εκείνη τη στιγμή δε σε νοιάζει αν γίνεσαι ευάλωτος απέναντι μου. Δεν ανησυχείς μήπως πεις κάτι που ίσως ήθελες να κρατήσεις για τον εαυτό σου. Θέλεις απλώς να μου μιλήσεις και ξέρεις ότι θα είσαι χείμαρρος. Νιώθω ότι με θέλεις όταν βλέπουμε ταινία και με φιλάς κάθε λίγο· το να μου το φωνάζεις όμως μέσα στη νύχτα, είναι «αξία ανεκτίμητη». Ξέρω ότι είσαι ευαίσθητος κι ας το κρύβεις· το να μου ζητάς όμως τότε, με σπασμένη φωνή, να μην πληγώσουμε ο ένας τον άλλον, βρίσκει κατευθείαν καρδιά.

Όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε πιο κυνικοί, χάνουμε τον ρομαντισμό μας. Δε βοηθάει η εποχή στο να ανταλλάσουμε ραβασάκια ή να πετάμε νεράντζια στα παράθυρα. Μας άφησε ένα κινητό τουλάχιστον, να επικοινωνούμε τα συναισθήματά μας, όταν κοινωνούμε με ουίσκι και νερό Κι εγώ αυτές σου τις εξομολογήσεις, τις χαίρομαι μωρό μου. Είτε γιατί ακούω τις αλήθειες σου είτε γιατί υπάρχουν συναισθήματα· που ακόμη κι αν δεν είναι τόσο έντονα όσο φαίνονται αυτές τις ώρες, έχουμε την προδιάθεση και τη διάθεση να τα αφήσουμε να εξελιχθούν.

Αυτό δεν εννοούσες όταν, ανάμεσα στα χικ, είπες ότι θέλεις να φέρεις, επιτέλους, την οδοντόβουρτσά σου στο σπίτι μου;

 

Συντάκτης: Αριέλλα Μεσημέρη