Ο Μαρκήσιος Παπαχώστας ασχολείται –όπως έχουμε πει– βαθιά με τις εννέα τέχνες.

Του αρέσει η ποίηση (η τετάρτη), η μουσική (η πέμπτη), ο κινηματογράφος (η εβδόμη), τα κόμιξ (η ένατη) και η ρακή (χαλαρά η δεκάτη).

Έχει όμως ασχοληθεί και με τις άλλες τέσσερις τέχνες.

Φυσικά ακόμα και ένας μαικήνας των τεχνών και των γραμμάτων δε θα μπορούσε να είναι εξαιρετικός και στις δέκα και έτσι δεν ασχολείται με όλες το ίδιο.

Γι’ αυτό και όσες φόρες τον πήγανε σε έκθεση ζωγραφικής, αυτός δεν μπήκε, άλλα κάθισε απέναντι και ασχολήθηκε με την δεκάτη τέχνη, μέχρι που έγινε κουνουπίδι.

Παρατηρεί, όμως, ο Μαρκήσιος αρκετούς ανθρώπους στα πέριξ, που πάνω στην κουβέντα θα του πούνε «Είμαι μπακάλης, άλλα τραγουδάω και λίγο», και δεν είναι ένας και δυο.

Είναι πάρα πολλοί!

Τι θα πει ρε τραγουδάς λίγο; Ξεκινάς το τραγούδι και στην τετάρτη στροφή κάνεις διάλειμμα;

Τελευταία έχει δει ότι υπάρχει και το «Γράφω και λίγο» και έχει την ίδια απορία.

Επειδή είναι μεγαλόκαρδος όμως, τους κάνει το χατίρι να τους δώσει μια ευκαιρία. 

«Οκ. Αφού τραγουδάς πάμε να πούμε ένα μαζί. Τι τόνο το θες;» ρωτάει. 

«Τι είναι ο τόνος;» θα του απαντήσει η εκάστοτε τραγουδιάρα και τότε ο Μαρκήσιος θα της φέρει την κιθάρα κολάρο.

Ή το προσωπικό του αγαπημένο, όταν σε πρόβα του είπε πάλι μια τέτοια ότι θέλει το τραγούδι σε ρε ματζόρε και στην πρώτη στροφή γυρνάει και λέει, «Γίνεται να το κάνεις λίγο πιο πολύ ματζόρε;»

Αφού ρε μπαγλαμά, δεν έχεις ταλέντο τι να κάνουμε; Δεν είναι όλοι γεννημένοι καλλιτέχνες. 

Άλλος είναι για τραγουδιστής, άλλος για γλυπτής, άλλος για δικηγόρος, και εσύ είσαι μαλάκας.

Δεν είναι βρισιά, αλήθεια είναι.

Αυτούς, λοιπόν, από δω και πέρα, θα τους λέμε «Γκασμαδοτέχνες», γιατί νομίζουν ότι το να ασχοληθείς με μια τέχνη είναι το ίδιο απλό με το να πάρεις ένα γκασμά και να ανοίξεις τρύπα.

Τι το παίζεις κουλτούρα και ιστορία; Για να σε δούμε και να πούμε «Πω πω, τι ταλέντο είναι αυτός;»

Μπορεί να μπορείς να πείσεις τη γκομενάρα της φιλοσοφικής, με τις αστείρευτες γνώσεις σου πάνω στον Κοέλο, να σου ανοίξει λιγάκι τα πόδια και στην παρέα με τους υπολοίπους άτεχνους να φαίνεσαι κορυφή, άλλα μόλις βρεθείς σε χώρο με άτομα που όντως γνωρίζουν κάτι από τέχνη και ανοίξεις το στόμα σου ετοιμάσου να φας ξύλο.

Να σημειωθεί ότι ενώ έχουν πολλά κοινά στοιχεία σε αυτόν τον τομέα με τον κονιόρδο, δεν είναι όλοι κονιόρδοι.

Όλοι οι κονιόρδοι είναι και γκασμαδοτέχνες, άλλα δεν είναι όλοι οι γκασμαδοτέχνες, κονιόρδοι.

Η ειδοποιός αυτή διάφορα έγκειται στο γεγονός, ότι ο γκασμαδοτέχνης δεν ενδιαφέρεται για το ντύσιμο την εμφάνιση και τον νταλκά, άλλα όντως νομίζει ότι είναι κάλος.

Είναι αυτός που θα του δείξεις μια μουτζούρα που έκανες, ενώ μιλούσες με την γκόμενά σου στο τηλέφωνο και θα σου πει ότι βλέπει βαθιά θλίψη.

Αυτός που θα διαβάσει τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών και θα ψάχνει για κρυφές αλληγορίες για την προστασία του περιβάλλοντος και λοιπά πολιτικά μηνύματα, αγνοώντας ότι ο Tolkien ως hardcore καθολικός, μισούσε και τους χίπηδες που ήταν οι πρώτοι nerds του και το ότι του προσάψανε πολίτικο μήνυμα σε ένα –κατά τον ίδιο– καθαρά καθολικό έργο. (Για όσους δεν το πιστεύουν και βαριούνται να googlαρουν θα παρέχει ο Μαρκήσιος την έρευνα μαζί με πολλά βρισίδια σε pm).

Είναι κοινός, αυτός ο οποίος θέλει να έχει τον τίτλο του καλλιτέχνη, γιατί έχει δει ότι είναι της μοδός τελευταία, άλλα δεν έχει ούτε την ικανότητα και κυρίως την υπομονή να ασχοληθεί για να τον αποκτήσει.

Νομίζει ότι με δυο πενιές θα γίνει Ζαμπέτας, με δυο γραμμές Ρίτσος και με δυο μουτζούρες Πικασσό.

Όχι ρε φίλε, δεν θα γίνεις.

Γιατί όλοι αυτοί φάγανε τα δάχτυλα τους, τα μάτια τους και τα χέρια τους για να φτάσουν εκεί που φτάσανε κι εσύ αξιώνεις να το κάνεις πίνοντας την δεκάτη τέχνη και χαλβαδιάζοντας με τους φίλους σου.

Στο κάτω κάτω, αν όλοι είναι καλλιτέχνες, εν τελεί κανένας δεν είναι.

Δεν είναι εύκολο πράγμα και δεν το έχουν όλοι.

Πάρε λοιπόν την κιθάρα που πιάνεις κάθε δεκαπέντε του μήνα, πετά το κωλόχαρτο που έχεις για χειρόγραφο στο συρτάρι τα τελευταία είκοσι χρόνια, βγες έξω να ακούσεις κανένα σοβαρό καλλιτέχνη και κανε τουμπεκί μην πάρει ο Μαρκήσιος το έργο ζωγραφικής που κρέμασε η μάνα σου στο ψυγείο, το κάνει ρόλο και στο δώσει να το φας. (ή κι άλλα χειρότερα, βάλτε το με το νου σας).

 

Συντάκτης: Μαρκήσιος Παπαχώστας