Η Ελένη Βαλαβάνη μιλάει για τον εθισμό στον πόνο. Δες όλο το άρθρο εδώ!

r510

Την αγαπώ ακόμη, την αγαπώ πολύ, δε θα ήθελα όμως να την αγαπώ. Δεν αξίζει μία τέτοια αγάπη…

 

«Η αγάπη είναι μία πράξη σκληρή και τρομαχτική σε σύγκριση με την αγάπη των ονείρων»· αυτό είναι η αγάπη για εκείνον, δεν είναι όμορφη αλλά ούτε και ποιητική, έχει μια πρωτόγονη αγριάδα μέσα της και είναι -όπως συνηθίζουμε να την παρομοιάζουμε- σαν τα τριαντάφυλλα: γεμάτη αγκάθια που μετατρέπουν την προσπάθεια απόκτησής της ολοένα και πιο δύσκολη -σχεδόν ακατόρθωτη. Δίχως να τρέφει αυταπάτες πως θα μοιάζει με εκείνη των ονείρων του, πάνω στα οποία έχει τη δύναμη να τα καθορίσει με όποιον τρόπο θέλει και να τα αφήσει έπειτα στο έλεος της συνείδησής του, παραδέχεται πως τον φοβίζει, τρέμει στη θέα της και αυτό δεν αποτελεί απλά ένα κακό όνειρο μιας σκληρής νύχτας. Συνταράσσεται από αυτή γιατί είναι αληθινή, συμβαίνει στην πραγματικότητά του και ίσως δε θα μπορέσει ποτέ να την αλλάξει, να μεταβάλλει μια κατάσταση που του προξενεί ρίγος σε όλο του το σώμα· μα στην ερώτηση «ποιος θα ήθελε να αποφύγει την αγάπη;» θα απαντούσε, εκείνος που την ποθεί περισσότερο από όλους αλλά διστάζει. Την αποζητά σε τέτοιο βαθμό που όταν βρίσκεται ενώπιόν του, εκείνος κάνει ένα βήμα πίσω, την κοιτά προσεκτικά, την αφουγκράζεται και πλέον ξέρει πως μόνο από μακριά μπορεί να τη θαυμάζει όπως της αξίζει, γιατί θα παραμένει πάντα αδάμαστη για εκείνον.

Η κόλαση, όμως, για εκείνον δεν είναι η αγάπη αλλά «ο πόνος του να μην μπορείς να αγαπάς». Είναι μια αδυναμία και μια κατάρα, σε όλους το απεύχεται, παρόλο που φαινομενικά παρουσιάζεται σαν να θεωρεί την αγάπη κάτι το κοπιώδες και δυσβάσταχτο, μα εδώ, ίσως έγκειται και η ουσία της αλήθειας της. Μακάρι να ήταν εύκολη και απλή, δίχως δάκρυα και φωνές, να ήταν μια ιδιότητα του ανθρώπου να ηρεμεί μόλις αγαπά αλλά εκείνη μας μετατρέπει σε κάτι το εντελώς αντίθετο: γινόμαστε «ένα» με τον άλλον, αποκτούμε μία καρδιά και όταν εκείνου σπάει κομματιάζεται και η δική μας, τα μάτια του κοιτάνε μέσα από τη δική μας οπτική, ο κόσμος του είναι και δικός μας. Η αγάπη, μας πονάει περισσότερο όταν μας χωρίζει από τον άνθρωπό μας παρά όταν αναγκάζεται να μας διασπάσει για να ενωθεί μαζί του. Αλλά ανάμεσά τους, πάντοτε θα επιλέγουμε τη δεύτερη, γιατί όσοι δεν μπορούν να αγαπήσουν δεν το γνωρίζουν παρά μόνο βλέπουν στα βλέμματα των άλλων ένα απροσδιόριστο για εκείνους συναίσθημα. Το βαφτίζουν χαρά, ευτυχία, γαλήνη, μα ποτέ δε θα καταλάβουν πώς είναι να πονάς από αγάπη και αυτό είναι μια πολυτέλεια που κανείς δεν την επιλέγει συνειδητά.

 

 

«Να αγαπάς εξάλλου σημαίνει να υποφέρεις και δεν μπορεί να υπάρξει αγάπη αλλιώς»· να υποφέρουμε όταν εκείνος που αγαπάμε βρίσκεται μακριά μας, τις στιγμές που απορρίπτει και απομακρύνεται, όταν το μυαλό μας πλάθει μυστηριακά σενάρια και το συναίσθημα επιτακτικά τα ακολουθεί, όταν εμείς ανήμποροι να διαχειριστούμε τα πάντα τρέχουμε μακριά με οποιονδήποτε τρόπο. Όταν η σκέψη και μόνο του ανθρώπου αυτού, μας δημιουργεί ένα ακαθόριστο συναίσθημα άγχους. Για όλα αυτά τα «όταν» λοιπόν και άλλα τόσα, η αγάπη μας κάνει να πονάμε. Φέρουμε πάνω μας μια προσταγή που μας επιτάσσει να λυγίζουμε στη θέα αυτού του συναισθήματος, να είμαστε ευάλωτοι και να ξέρουμε πως αυτός είναι ο μόνος δρόμος, σαν να μας δοκιμάζει η αγάπη εάν είμαστε ικανοί να τη νιώσουμε μέσα μας· υποταγμένοι λοιπόν στα κελεύσματα της καρδιάς, σκύβουμε μπροστά της. Χαμηλώνουμε το βλέμμα και υποκλινόμαστε, γιατί για τον άνθρωπο δεν υπάρχει μεγαλύτερο μαρτύριο από το να εξαναγκάζεται να απορρίπτει τον εγωισμό του μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από εκείνον, πιο μεγαλειώδες και από την ίδια του την ύπαρξη -αυτό ίσως είναι η πρώτη και η τελευταία θυσία που απαιτεί η αγάπη.

Ο λογοτέχνης φαίνεται σχεδόν να μισεί την αγάπη, παρουσιάζοντάς την με τον πιο σκληρό τρόπο, όπου μονάχα μέσα από τα δύσκολα μπορεί να την οικειοποιηθεί, μα για εκείνον «μπορείς να είσαι ερωτευμένος με κάποιον και παρ’ όλ’ αυτά να τον μισείς». Παράδοξο και ανατρεπτικό, αλλά συγχρόνως προκλητικό. Δημιουργεί στο μυαλό μας ένα ιδιόμορφο δίπολο: αγαπάμε να μισούμε, ή μισούμε να αγαπάμε; Οι δύο όψεις του ίδιου εαυτού, μία κατάσταση «μισαγάπης» που μας κάνει συνεχώς να συγκρουόμαστε με το μέσα μας, να παλεύουμε να επικρατήσουμε στα συναισθήματά μας και την ίδια στιγμή, να χανόμαστε μέσα σε σκέψεις που δηλώνουν πως δε θα τα καταφέρουμε. Μεταξύ εκείνου του γνωστού αγνώστου και του εαυτού μας, η ματαιόδοξη επιλογή μας είμαστε εμείς, ενώ κρυφά αφήνουμε μερικές φορές το «εγώ» μας μέσα στα ειλικρινή συναισθήματά μας για το πρόσωπο εκείνο· ποτέ άλλοτε το μίσος δε φαινόταν τόσο μαγευτικά λυτρωτικό. Κάποιες στιγμές συμπεριφερόμαστε «σαν δύο εχθροί που ήταν τρελά ερωτευμένοι μεταξύ τους» όταν τα σώματα παλεύουν να επικρατήσουν πάνω το ένα στο άλλο, όταν τα αισθήματα είναι τόσο έντονα και το πάθος κυριαρχεί, τείνουμε να συμπεριφερόμαστε σύμφωνα με τα ζωώδη ένστικτά μας, είμαστε ολοκληρωτικά παραδομένοι σε μια εσωτερική επιταγή που μας ωθεί στην επικράτηση. Δύο εχθροί που επιθυμούν να νικήσουν ο ένας τον άλλον, να αποδείξουν πως σε αυτόν τον πόλεμο θα αναδειχθεί ένας και μοναδικός νικητής· μα λησμονούν πως αυτός είναι ο έρωτας. Έτσι λοιπόν, ίσως παραδεχόταν στην αγαπημένη του πως «η μοίρα σε προόριζε για εμένα. Ίσως σαν τιμωρία».

Για εκείνον, μέσα στην αγάπη και στον έρωτα ελλοχεύει μια συναισθηματική επιθετικότητα, μια άσβεστη ανάγκη για επιβεβαίωση και υπερίσχυση πάνω στον άλλο, μονάχα για να τον θεοποιήσει και να εθιστεί σε εκείνον ακόμα περισσότερο. Είναι κάτι το αναπόφευκτο, εκείνο που θα συναντήσει κάθε άνθρωπος στη ζωή του και θα κληθεί να αποφασίσει ανάμεσα στο μίσος και στον έρωτα, ανάμεσα στη διχόνοια και την αγάπη: λεπτές γραμμές τα διαχωρίζουν, που οδηγούν σε όχι και τόσο διαφορετικούς κόσμους. Το ιδανικό μεταρσιώνεται σε απαγορευμένο, το μίσος και η αγάπη είναι αδυναμία και δύναμη μαζί. Έχουν εξουσία πάνω στον άνθρωπο και στα συναισθήματά του. Ο Ντοστογιέφσκι χρησιμοποιεί λέξεις της μάχης και όχι της ειρήνης, είναι σκληρός και τα λόγια του φλέγονται από μία ντετερμινιστική κυνικότητα, σαν να γνωρίζει τον πραγματικό έρωτα και την αληθινή αγάπη, μακριά από παιδικά παραμύθια για κάστρα και πρίγκιπες. Αυτά ανήκουν στην πάλη της ζωής και η απόκτησή τους απαιτεί μόχθο. Εκφράζει με τον πιο ωμό τρόπο ένα ερωτικό μίσος για όλα εκείνα τα συναισθήματα που μας δυσκολεύουν τόσο στην ψυχή, όσο και στο μυαλό, μας κλείνει όμως το μάτι προκαλώντας μας να επιλέξουμε ανάμεσα σε εκείνα και τη ραστώνη· θα μπορούσαμε άραγε δίχως τον παλμό τους;

Συντάκτης: Ελένη Τσεπελίδη
Επιμέλεια κειμένου: Μαρία Ρουσσάκη