%ce%b7%ce%b2%ce%b9%ce%b7%ce%bb%ce%b2%ce%b9%ce%b7%ce%b2

Οι διαφορετικοί άνθρωποι. Εκείνοι που στέκονται πλάι σου, σ΄ όλες σου τις διαδρομές. Υπομονετικοί, μακρόθυμοι, ταπεινοί, ήρεμοι. Σαν μυστική, σιωπηλή δύναμη, έτοιμη να αποτελέσει το στήριγμά σου, ακόμη κι αν εσύ δεν το ζητήσεις. Μάτια φλεγόμενα, αφτιά διάπλατα ανοιχτά, χέρια ζεστά, έτοιμα να σ΄ αγκαλιάσουν. Λέξεις που τους ανήκουν, αλλά δε θα σε κρίνουν. Απαλές, παρηγορητικές, εμψυχωτικές, που σε κατανοούν απόλυτα. Ναι, είναι εκείνοι οι δικοί σου άνθρωποι. Οι όμορφοι άνθρωποι. Οι «δεδομένοι» για σένα, άνθρωποι.

Αναδρομές, απολογισμοί, άτσαλες σκέψεις ριγμένες πάνω στα βασανισμένα, τσαλακωμένα χαρτιά σου. Κι έρχονται να καταπονήσουν το μυαλό σου, όλες εκείνες οι επίμονες, ενοχλητικές σκέψεις που μένουν ως απόσταγμα από το στείψιμο των απολογισμών σου. Στραγγίζεις τις μνήμες σου κι ανασύρεις τις λησμονημένες θύμησές σου, σε μια επίπονη προσπάθεια να φέρεις στην επιφάνεια εκείνες τις σπάνιες συμπεριφορές που προέρχονται από τους μεγαλειώδεις ανθρώπους της ζωής σου.

Και κατακλύζουν τη σκέψη σου, οι κρύες νύχτες που η μοναξιά σε παίρνει αγκαλιά και σου ψιθυρίζει αποπλανητικές λέξεις, από εκείνες που σε καθησυχάζουν. Από εκείνες που σου υπόσχονται ότι αύριο τα πράγματα θα είναι καλύτερα, αφού θα έχεις άλλη μια ευκαιρία να ανανεώσεις τα ληγμένα σου όνειρα. Θα είσαι εκεί, για να ονειρευτείς ξανά. Με μάτια κλειστά ή ανοιχτά δεν έχει καμία σημασία. Τι κι αν σε δουν και σε χλευάσουν όλοι εκείνοι οι άλλοι που δεν ονειρεύονται;

Ξέρεις επίσης, ότι τη νύχτα, τα τηλέφωνα σιγούν κι αρνούνται να  διαταράξουν τη σιωπή του κενού σου δωματίου. Είναι τότε, που αφήνεις τη μουσική να διαγράψει ατελεύτητες κι επαναλαμβανόμενες κυκλικές διαδρομές στα κόκκινα καλώδια των ακουστικών σου. Την αφήνεις να συνθλίβει τις νότες στα ταλαιπωρημένα αφτιά σου και να γεμίζουν με το εκχύλισμά τους, τα άδεια σοκάκια του μυαλού σου. Ασίγαστα κι επαναλαμβανόμενα. Σέρνοντάς σε αργά, σαν εξουθενωμένο ναυαγό από εκείνο το απόλυτο μηδέν, στα πολυτάραχα κύματα του απείρου. Εκεί που περιμένεις να φανεί αχνά πίσω από τις σκιές η μορφή του ανθρώπου που ποθείς. Μα τελικά, διαπιστώνεις ότι αυτοί που ξεπροβάλλουν πίσω από εκείνο το θολό τοπίο των πόθων, είναι μόνο οι «δεδομένοι» σου άνθρωποι.

Εκείνοι που ξέρεις ότι όσες φορές κι αν σκοντάψεις στις διαδρομές, σ΄ εκείνα τα δύσβατα μονοπάτια της ζωής σου, θα βρίσκονται πάντα κοντά σου για να σε κρατήσουν. Και τις στιγμές που θα νιώσεις ότι βρίσκεσαι πεσμένος στα πληγωμένα γόνατά σου θα σε σηκώσουν με δύναμη, αγκαλιάζοντάς σε. Θα σε τραβήξουν κοντά τους και θα σε τραντάξουν δυνατά, ώστε να καταφέρεις να γυρίσεις πίσω, ξανά. Είναι όλοι εκείνοι που εξακολουθητικά τους θεωρείς «δεδομένους». Που δεν τους δίνεις καμία ιδιαίτερη σημασία, που δεν τους εκφράζεις ούτε καν ψιθυριστά κανένα σου συναίσθημα, που τους προσφέρεις απλά μια άβολη θέση στα κενά περιθώρια των τετραδίων σου.

Οι «δεδομένοι» άνθρωποι της ζωής σου, λοιπόν. Άνθρωποι που θεωρείς ότι δε θα φύγουν ποτέ από κοντά σου. Που πιστεύεις ότι στωικά θα μείνουν πάντα δίπλα σου. Όμοιοι με φύλακες άγγελοι, ταγμένοι να σε προσέχουν είτε στα δύσκολα, είτε στα εύκολα. Σιωπηλοί, ακατάβλητοι, υποστηρικτικοί, χωρίς να σου ζητήσουν τίποτα, ποτέ. Παραμένει ο δικός τους, ιδιαίτερος τρόπος για να εκφράσουν το ενδιαφέρον και την αγάπη τους για σένα. Γεύονται το χαμόγελο σου στις χαρές σου και μειδιούν. Γεύονται τα δάκρυα σου στις λύπες σου και θλίβονται.

Άλλες φορές σε ακολουθούν, προσπαθώντας ν΄ ανοίξουν το βήμα τους για να σε προλάβουν ασθμαίνοντας, καθώς τρέχεις με τους δικούς σου, ξέφρενους ρυθμούς. Κι άλλες φορές, όταν συντρίβεσαι από τις φρενήρεις ταχύτητές σου, σου απλώνουν το χέρι για να αγκυροβολήσεις πάνω τους. Έτοιμοι να μαζέψουν τα κομμάτια σου και να σε σηκώσουν όρθιο για άλλη μια φορά. Κι εσύ δε θα καταλάβεις ποτέ ότι το κάνουν προσφέροντάς σου τη βοήθεια τους. Γιατί με μια μαγική μαεστρία διακριτικότητας, θ’ αφήσουν να πιστέψεις ότι οι ίδιοι είχαν ανάγκη από το δικό σου χέρι.

Άνθρωποι που μπορεί και να σε συντρόφευσαν, σε κάποια ανεκτίμητη για εκείνους, στιγμή στη ζωή σου. Κι εσύ αντίθετα, δεν μπόρεσες να τους εκτιμήσεις ποτέ, όσο πραγματικά όφειλες. Γιατί πίστεψες ότι δε θα τολμούσαν να χαθούν από την εγωκεντρική ζωή σου. Ότι θα στέκονταν εκεί δίπλα σου, ακλόνητοι για όσο εγωιστικά τους ήθελες στη ζωή σου.

Σου περνά ποτέ από το μυαλό ότι μπορεί αυτοί οι «δεδομένοι» σου άνθρωποι να σου προσφέρουν το κενό της απώλειάς τους; Σκέφτηκες ότι κάποια στιγμή μπορεί να κουραστούν από όλη αυτή τη μονόπλευρη προσφορά τους; Πόσο έκπληκτος μπορεί να μείνεις, όταν αποφασίσουν να σε καταδικάσουν στη μοναξιά, αποσύροντας την παρουσία τους από τη ζωή σου; Και αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα σκεφτείς άραγε να τρέξεις ξοπίσω τους για να τους εμποδίσεις ν΄ ανοίξουν την πόρτα εξόδου από τη ζωή σου; Θα τολμούσες άραγε, να διεκδικήσεις  την παρουσία τους στη ζωή σου, συνειδητά όμως αυτή τη φορά, ξανά από την αρχή;

Συντάκτης: Όλγα Αρβανιτά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου