Κάθε σου βήμα κάνει την καρδιά σου να χτυπά ακόμα πιο γρήγορα. Άγχος και φόβος μαζί. Νιώθεις τόσο έξω από τα νερά σου κι εκείνα τα λίγα δευτερόλεπτα που σου απομένουν, αναρωτιέσαι αν έκανες καλά που δέχτηκες εκείνη την πρόσκληση. Λίγα βήματα και έφτασες στην είσοδο. Πλήθος κόσμου υπάρχει δεξιά κι αριστερά, φωνές, γέλια και η μουσική από τα μεγάλα μηχανήματα παιχνιδιών ξυπνά τις παιδικές σου αναμνήσεις. Μα τι δουλειά έχεις εσύ εκεί; Δεν έχεις την παραμικρή ιδέα από τέτοια μέρη.

«Να με έβλεπαν από μια μεριά», σκέφτεσαι, θα ξεκινούσαν πάλι τις γνωστές ερωτήσεις σχετικά με το πότε θα αποφασίσεις να δημιουργήσεις κι εσύ την δική σου οικογένεια. Λες και μπορείς να ξυπνήσεις μια μέρα και να πάρεις αυτήν την απόφαση, σαν να ήταν επιλογή για το ποιο ρούχο θα φορέσεις. Οι άνθρωποι κάνουν ερωτήσεις, πιέζουν, ανακρίνουν· με αυτόν τον τρόπο όμως μας δίνουν τροφή για σκέψη. Σαν ιδέα σου ακούγεται υπέροχη, αλλά ταυτόχρονα μακρινή. Ίσως κάποια μέρα συμβεί, δεν μπορούμε όμως να βιάζουμε τα πράγματα. Εσύ μέχρι χθες προσπαθούσες να ανακαλύψεις τον εαυτό σου, ένιωθες ο ίδιος παιδί, κάθε σκέψη δέσμευσης σου προκαλούσε ταραχή, πόσο μάλλον ο αιώνιος αυτός δεσμός που θα δημιουργηθεί ανάμεσα στον γονιό και το παιδί. «Όλα τα πράγματα θέλουν τον χρόνο τους».

Βρήκες τον δρόμο τελικά και κάθισες στην παρέα που σε περίμενε με τόση λαχτάρα. Τριγύρω μικρά ανθρωπάκια έτρεχαν με πόδια γυμνά, έτοιμα να αντιμετωπίσουν τα τεράστια φουσκωτά που γέμιζαν τον υπαίθριο χώρο. Γονείς όλων των ηλικιών απολάμβαναν τον χρόνο που είχαν, αφήνοντας τα παιδιά να διασκεδάσουν κι εσύ σιγά-σιγά μοιάζεις να προσαρμόζεσαι στο περιβάλλον. Η ώρα περνά ευχάριστα και κάπου ανάμεσα σε’ εκείνη τη χαλαρή συζήτηση που μπορεί να έχεις, πιάνεις τον εαυτό σου να παρατηρεί με προσοχή και σεβασμό τις κινήσεις των παιδιών τριγύρω. Οι ίδιοι οι γονείς μοιάζουν άνετοι και χαλαροί, εσύ όμως αγχώνεσαι, ανησυχείς άθελά σου μην τυχόν και συμβεί κάτι και δεν παίρνεις το βλέμμα σου από πάνω τους.

Πάντα σου άρεσαν τα παιδιά, πάντα ήσουν διαχυτικός και φιλικός μαζί τους, πάντα κι εκείνα σε λάτρευαν, αμοιβαία τα αισθήματα.  Γιατί λοιπόν τόσες σκέψεις σε κάνουν να αμφιβάλλεις; Φτάνει μόνο αυτό; Από τη θεωρία στην πράξη τίποτα δεν είναι εύκολο, κανείς όμως ποτέ δεν έμαθε τις αντοχές του, παρά μόνο όταν προσπάθησε να τις δει στην πράξη. Ναι, αρχίζεις και φλερτάρεις με την ιδέα κι ένα γλυκό χαμόγελο ζωγραφίζεται στα χείλη σου με την σκέψη αυτή. Δεν ξέρεις τι σου επιφυλάσσει το μέλλον, ίσως κάποια μέρα γελάς με τις σημερινές σου σκέψεις.

«Μα περνάει ο καιρός», θα πουν κάποιοι. Ας περάσει λοιπόν! Ποιος ορίζει πότε είναι η κατάλληλη στιγμή και πότε όχι; Βάλαμε χρονόμετρο; Ή υπάρχει κάποιο μαγικό χέρι που ορίζει τι είναι λάθος και σωστό; Κι αν υπάρχει όντως κατάλληλη στιγμή, υπάρχει κι εγχειρίδιο με οδηγίες χρήσης επάνω; Γιατί αν δεν είσαι συνειδητοποιημένος για το μέγεθος της ευθύνης που έχεις στα χέρια σου, αν δεν το νιώσεις και το ποθήσεις με όλη σου την ψυχή, αν δεν έρθει σαν ένα θεόσταλτο δώρο, συνέπεια ενός έρωτα μοναδικού, τότε πραγματικά θα χρειαστείς οδηγίες χρήσεις· γιατί τέτοιες αποφάσεις δεν παίρνονται στο πόδι, στο βωμό της υποτιθέμενης ολοκλήρωσης του ανθρώπου ή των χρόνων που συμπληρώνεις. Γιατί τα παιδιά δεν είναι λούτρινα παιχνίδια, είναι ανθρώπινες ψυχές και βασίζονται σ’ εμάς.

Πέρασαν γρήγορα οι ώρες τελικά, κοίτα να δεις που θα το ξαναέκανες. Ίσως δεν ήσουν και τόσο έξω από τα νερά σου τελικά. Χάνεσαι και πάλι στις σκέψεις σου. Ξέρεις τι θέλεις και τι όχι. Κανένας και τίποτα δεν μπορεί να σε πείσει για κάτι αν εσύ δεν το θελήσεις πραγματικά. Γνωρίζουμε τι θέλουμε, ακόμα κι αν το αρνούμαστε πολλές φορές. Εθελοτυφλούμε ή φοβόμαστε την ευθύνη των πράξεών μας και τα ρίχνουμε όλα στον άστατο κι απροσάρμοστο εαυτό μας που ακόμη δεν ωρίμασε. Αν πράγματι ξέρουμε τι θέλουμε, θέλουμε τα ίδια πράγματα ανεξάρτητα από τον ποιον έχουμε δίπλα μας;

Τελευταίο παιχνίδι: λίγα δευτερόλεπτα στο μοναδικό τραμπολίνο. Κάνεις ένα βήμα πίσω και περιμένεις από μακριά να έρθει κι η δική σας σειρά, όμως η παρέα σου δε σε αφήνει πίσω. Ξαφνιάζεσαι, νιώθεις λίγο αμήχανα, αλλά ξαφνικά πιάνεις τον εαυτό σου να χάνεται, χαζεύοντας μια εικόνα μοναδική. Ένα παιδί ταλαντεύεται στον αέρα, στριφογυρίζει και πέφτει με τα χέρια του ανοιχτά στην αγκαλιά του παιχνιδιού. Το χρονόμετρο σταματάει. Γελάει, κλείνει τα μάτια και στέκεται ξαπλωμένο χαμογελώντας. Μαγεύεσαι από την εικόνα αυτή. Γυρνάς στο σύντροφό σου, βλέπεις την ευτυχία να αντικατοπτρίζεται στο πρόσωπό του, γελάει, φωτίζεται ολόκληρος. Ποτέ πριν δεν έμοιαζε τόσο όμορφος.

Ξαφνικά, μια τόσο μικρή στιγμή μοιάζει να παγώνει τον χρόνο. Πόσο μικρά μοιάζουν όλα όσα σκεφτόσουν πριν, πόσο χρόνο χαραμίζουν οι άνθρωποι σκεπτόμενοι, όταν όλες οι απαντήσεις βρίσκονται μπροστά στα μάτια τους; Κανέναν μην ακούς λοιπόν.

Αρκεί μια μικρή στιγμή κι ένας άνθρωπος για να συνειδητοποιήσεις πως, όχι μόνο είσαι έτοιμος, αλλά πως πάντοτε εκεί ανήκες.

 

Συντάκτης: Χαρά Τζιώτη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου