Χτυπάει το κινητό σου. Σ’ όλο το σπίτι ακούγεται –ξαφνικά– ο ήχος κλήσης, διαφορετικός απ’ τους άλλους, όχι ο συνηθισμένος. Το αγαπημένο σου τραγούδι είναι, αυτό που ποτέ δε θα βαρεθείς ν’ ακούς, αυτό που τόσο πολύ αγαπάς. Τρέχεις πανικόβλητα να προλάβεις να απαντήσεις, να προλάβεις να το σηκώσεις. Διαφορετικά, τα παράπονα κι οι γκρίνιες θα ‘ναι αναπόφευκτα, το ξέρεις. Επιτέλους, να το! Αποδοχή κλήσης. «Έλα, ρε παιδάκι μου, τι θες;» Η απάντηση γνώριμη, πολύ. «Που ‘σαι, καλέ, τόση ώρα και δεν το σηκώνεις;» Ακολουθεί αναγκαστική κι αναλυτική –όπως πάντα– αναφορά.

Αν ανήκεις κι εσύ στους τυχερούς κι υπερευλογημένους, νομίζω καταλαβαίνεις ακριβώς τι εννοώ. Πάει καιρός από τότε που απάντησες ένα απλό και ξένο «Ναι;», πόσο μάλλον ένα αυστηρό «Παρακαλώ;», στη συγκεκριμένη επαφή του κινητού σου. Πάει καιρός από τότε που το τυπικό ονοματεπώνυμο αντικαταστάθηκε από ένα παρατσούκλι ή/και μια χρωματιστή καρδιά. Τι «Ναι;» και πράσινα άλογα, μωρέ; Αυτές οι τυπικότητες, είναι για τους άλλους, δεν ταίριαξαν ποτέ σε σας, δεν ήταν ποτέ για εσάς.

Για εσάς, που ‘χετε διασχίσει αμέτρητα χιλιόμετρα παρέα κι έχετε περάσει τόσα εμπόδια και τόσες κακοτοπιές, ώσπου να φτάσετε ως εδώ. Για εσάς, που ‘χετε ταξιδέψει σε ουρανούς και θάλασσες, που έχετε ακουμπήσει τ’ αστέρια –κι άσε τους άλλους να κοροϊδεύουν– που έχετε ονειρευτεί κι υποσχεθεί, κοιτώντας την ανατολή με μία κούπα καφέ στο χέρι. Μετά από τόσες στιγμές, καταιγίδες αλλά και λιακάδες, ένα σκέτο «ναι» θα ‘ταν τουλάχιστον αστείο.

Μαγικό πράγμα η οικειότητα. Σκέτη ομορφιά να ξέρεις τον άλλον τόσο καλά, απ’ έξω κι ανακατωτά, καλύτερα κι απ’ τον ίδιο σου τον εαυτό. Να μη φοβάσαι μήπως παρεξηγηθείς, να μη σκέφτεσαι τις σωστές λέξεις για να μιλήσεις, να δείχνεις το πιο αυθόρμητο εγώ σου -και το αντίστροφο, φυσικά. Να τοποθετείς το ακουστικό κοντά στο αφτί σου και να γεμίζει το «είναι» σου ασφάλεια. Να απαντάς «Τι θες, ρε;» κι απ’ την άλλη μεριά ν’ ακούς χαχανητά. Ευτυχία.

Να πατάς τέλος κλήσης με ένα χαμόγελο και να τρέχεις να ετοιμαστείς για την καθιερωμένη σας έξοδο. Δεν είναι δύσκολο πράγμα οι ανθρώπινες σχέσεις, όχι τουλάχιστον τόσο δύσκολο όσο το παρουσιάζουν. Για να μπορέσεις να αποκαλέσεις κάποιον δικό σου και λατρεμένο σου, χρειάζονται απλώς τρία μυστικά συστατικά. Μπόλικη αγάπη, άπειρος σεβασμός κι οικειότητα να ξεχειλίζει. Τίποτα παραπάνω αλλά και τίποτα λιγότερο.

Μέσω του τηλεφώνου το μόνο κακό είναι πως δεν έχεις την ευκαιρία να δεις τον άλλον, να κοιτάξεις μέσα στα μάτια του και να βρεις όσες απαντήσεις χρειάζεσαι, χωρίς καν να μιλήσεις. Δεν μπορείς να ξέρεις αν όντως είναι καλά, αν προσέχει τον εαυτό του, αν συνέβη κάτι άσχημο, είτε βρίσκεται τρία στενά πιο κάτω είτε στην άλλη άκρη της Γης. Προφανώς, όμως, υπάρχουν κι οι εξαιρέσεις.

Κάτι εξαιρέσεις τόσο δυνατές, ικανές να σπάσουν κάθε κανόνα. Και κάπως έτσι, συνομιλώντας με το κολλητάρι σου, πετάει ξαφνικά ένα «Δεν είσαι καλά, το νιώθω στη φωνή σου. Πες μου, αμέσως, τι έγινε!» και κάθεσαι μετά εσύ, για ώρες ατελείωτες κι αναρωτιέσαι τι καλό έχεις κάνει στη ζωή σου για να το αξίζεις όλο αυτό. Οι άνθρωποί μας, ρε. Ή μάλλον οι θησαυροί μας. Ναι, θησαυροί.

Είμαστε, στ’ αλήθεια, πέρα ως πέρα ευλογημένοι, κι ας νομίζουμε την ατυχία για δεύτερό μας όνομα. Οι πιο τυχεροί είμαστε, γιατί το δικό μας κινητό χτυπά μία, δύο ή και παραπάνω φορές τη μέρα, μπορεί και τη νύχτα. Κι όταν διαβάζουμε το όνομα που φωτίζεται στην οθόνη, αισθανόμαστε λες και γυρνάμε στο σπίτι μας, λες κι είμαστε πραγματικά στον καναπέ του σπιτιού μας. Ποια είναι ακριβώς η κακή τύχη που ‘χουμε κάνει καραμέλα; Ευτυχία είναι. Κι εμείς ευγνώμονες, για πάντα.

Χτυπάει το κινητό σου, ξανά. Αποδοχή κλήσης. «Τι θες απ’ τη ζωή μου; Σ’ αγαπώ!»

 

Συντάκτης: Γωγώ Κυριακίδου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη