Διαβάστε το Μέρος Α’ εδώ.

 

Δυο εβδομάδες είχαν περάσει από την τελευταία φορά που μίλησαν. Στην Αγάθη φαίνονταν λες κι ήταν χθες. Ήταν τόσο απασχολημένη με το διάβασμα που είχε χάσει τις μέρες και τις ώρες. Εκείνη συνέχιζε να παλεύει για το στόχο της αδιάκοπα. Εκείνος πάλι, ο Φίλιππος, είχε ρουτινιάσει με τη συνηθισμένη του καθημερινότητα. Δεν ήταν τύπος που άντεχε να κάθεται ολημερίς σε ένα γραφείο, του άρεσε η δράση. Σε αντίθεση πλέον, ήταν στην αδράνεια. Πρακτική, σπίτι, άντε και καμιά βόλτα.

Όσο περισσότερο περνούσε ο καιρός, τόσο πιο πολύ η Αγάθη ήθελε να ξαναμιλήσουν και πίστευε ότι κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να γίνει. Η αλήθεια βέβαια είναι πως κι ο Φίλιππος από την άλλη, ήθελε να την ξαναπειράξει λίγο. Του άρεσε η αφέλειά της, η αίσθηση του χιούμορ της, έβρισκε μια χημεία μεταξύ τους. Γι’ αυτό και της έστειλε πάλι. Αυτή τη φορά αρκέστηκε σε ένα απλό «τι κάνεις;». Δεν ήθελε να την πιάσει από την αρχή από τα μούτρα. Αν και του αρέσει το γλυκό παράπονο που έβγαζε σε κάθε της απάντηση.

Είχαν περάσει 3 ώρες και δεν το είχε διαβάσει καν. Γύρισε γεμάτη νεύρα κι απογοήτευση σπίτι, νόμιζε πως οι προσπάθειές της θα είναι άκαρπες. Είχε τσακωθεί και με τον καθηγητή της πιο πριν κι έπεσε σε αυτή την μίνι κατάθλιψη των πανελληνίων που το επόμενο πρωί σου έχει περάσει. Ανοίγει το Facebook λίγο πριν διαβάσει ξενυχτώντας. Βλέπει το μήνυμα του Φίλιππου. Ξαφνικά, επανέρχεται στους ρυθμούς της. Χάρηκε που επιτέλους κάποιος τη θυμήθηκε, πόσο μάλλον εκείνος που συνέχεια είχε στο πίσω μέρος τους μυαλού της.

Αποφάσισε μέσα σε δευτερόλεπτα πως μαζί του μιλούσε όμορφα, ξεχνιόνταν για λίγο. Απάντησε μέσα σε δευτερόλεπτα. Η κουβέντα τους το ίδιο χαζή με την πρώτη φορά, τίποτα ουσιαστικό. Και τελικά, κατέληξε να ξενυχτήσει παρέα με τον Φίλιππο εκείνο το βράδυ μέχρι να την πάρει ο ύπνος πάνω από το κινητό. Όταν ξύπνησε δεν ένιωσε καθόλου τύψεις που δεν είχε ανοίξει καν τα βιβλία. Ένιωθε τόσο ωραία που έμαθε κάποια πράγματα παραπάνω για εκείνον, που του έδειξε ένα μικρό κομμάτι του εαυτού της, που μιλούσαν τόσες ώρες χωρίς να βαρεθεί.

Και μετά από αυτή την κουβέντα, η επαφή τους γινόταν όλο και πιο συχνή σε σημείο που έφτασε να είναι καθημερινή. Έστελναν από τις 8 η ώρα το πρωί μέχρι το βράδυ πριν κοιμηθούν. Ήταν ο ένας για τον άλλο η πρώτη καλημέρα κι η τελευταία καληνύχτα. Κι ας ήξεραν πως όλο αυτό δε βγάζει πουθενά, εκείνοι το συνέχιζαν. Δε γινόταν να βρεθούν από κοντά. Η Αγάθη δεν μπορούσε να φύγει, είχε τόσα να κάνει. Ο Φίλιππος δούλευε, ήθελε να πάρει άδεια αργότερα, ένα Σαββατοκύριακο δε θα τους έσωζε. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να του ζητήσει να έρθει, πολύ λίγο τον ήξερε. Ήταν παράλογο.

Μπορεί στην αρχή να μιλούσαν για τα πιο άκυρα θέματα, για τα πιο χαζά πράγματα, αλλά όσο ο καιρός περνούσε, άρχισαν να ανοίγονται ο ένας στον άλλο. Η Αγάθη μόνη της έκανε την αρχή. Άρχισε να του λέει για όλα όσα έχει περάσει με την οικογένειά της, με τη σχέση της, με τους φίλους της. Εκείνος ήταν πιο αποστασιοποιημένος. Είχε αρκεστεί στο να της πει απλώς λίγα πράγματα για την οικογένειά του και το χωρισμό του. Πλέον ήξερε πως στην Αγάθη το πρωί άρεσε μια κούπα ζεστός καφές κι ένα τσιγάρο κι εκείνη ήξερε πως στον Φίλιππο άρεσε να χουζουρεύει πριν σηκωθεί από το κρεβάτι.

Είχε φτάσει Δεκέμβριος. Πέρασαν όλα τα Χριστούγεννα παρέα. Έρχονταν όλο και πιο κοντά, σαν να είχε δημιουργηθεί μια ερωτική έλξη ανάμεσά τους. Κανείς από τους δυο δεν είχε προχωρήσει τη ζωή του μέχρι τότε. Ήταν σαν κάτι να τους έλεγε να περιμένουν ο ένας τον άλλο.

Είχαν κάνει φανερό πόσο επιθυμούσαν να δουν ο ένας τον άλλον, είχαν ρίξει και κάνα-δυο γλυκόλογα στο τραπέζι, είχαν ονειρευτεί να κάνουν και κάποια πράγματα μαζί. Το ότι όμως όλο αυτό ήταν ανέφικτο τους έκανε να θέλουν να επικοινωνούν όλο και περισσότερο μέχρι να πιουν έναν καφέ από κοντά.

Ίσως να ήταν τρελοί κι οι δυο τους που έμεναν κολλημένοι σε αυτό και το γούσταραν τόσο. Κάτι έψαχναν στη ζωή τους, να την κάνει λίγο πιο όμορφη και μάλλον τα μηνύματά τους κάπως έτσι λειτουργούσαν.  Πέντε μήνες πέρασαν κι όμως όλο αυτό δεν ήταν μιασυνήθεια. Ήταν μια επιθυμία.

Ώσπου ξαφνικά, κάπου μέσα στο Φλεβάρη, ο Φίλιππος βλέπει το πιο περίεργο μήνυμα μέχρι τώρα από την Αγάθη. «Θέλω να σταματήσει όλο αυτό Φίλιππε, βρήκα κάποιον, θέλω να ξεκινήσω από την αρχή. Χάρηκα για όλο αυτό κι όποτε θες μπορούμε να ξαναμιλήσουμε» ενώ λίγες ώρες πιο πριν μιλούσαν κανονικά λες και δεν είχε γίνει τίποτα. Δεν μπορούσε να της θυμώσει ο Φίλιππος, την καταλάβαινε, είχε δίκιο η μικρή, έπρεπε να ξεκολλήσουν και να ζήσουν έξω από την οθόνη με μια κανονική ζωή.

Εκείνος βολεύτηκε στα κρεβάτια μια βραδιάς, εκείνη δεν ήταν ευχαριστημένη με τη σχέση της, σκέφτονταν συνέχεια ο ένας τον άλλο. Τελικά του έστειλε, χώρισε, τον ζήτησε πίσω. Έβγαινε, έπινε και καιγόταν, ήθελε απεγνωσμένα να τον δει, να τον αγγίξει. Σκεφτόταν «να πάει να γαμηθεί κι η πίεση και το διάβασμα κι όλα, ακόμα καλά-καλά δεν ξέρω τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Τώρα όμως ξέρω πως θέλω να τον δω».

Φαντάζονταν πως τον έβλεπε στο απέναντι τραπέζι να την κοιτάζει και να της χαμογελάει κι εκείνη να επιστρατεύει όλη της τη θηλυκότητα για να τον κερδίσει. Κι ο Φίλιππος μια από τα ίδια, θα προτιμούσε έστω για το ένα βράδυ να είχε εκείνη, όχι τυχαίες τύπισσες από τα ψαγμένα μαγαζιά που πήγαινε, γι’ αυτό και τη δέχτηκε πίσω. Του άρεσε κιόλας που έβλεπε τέτοια επιμονή στο πρόσωπό της, ακόμη κι αν δεν καταλάβαινε το γιατί. Κάπου-κάπου βέβαια υπήρχε μέσα του ο φόβος μήπως είχε μπλέξει με καμιά τρελή που θα του έκανε την ζωή άνω-κάτω με τη συμπεριφορά της.

Συνέχισαν την επικοινωνία τους όπως πριν, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Η ψυχολογία της Αγάθης ήταν πραγματικά χάλια, αλλά εκείνος ήταν πάντα εκεί. Τα τηλέφωνα, οι κλήσεις στο Skype, έδιναν κι έπαιρναν. Φωτογραφίες από την καθημερινότητά τους, σχόλια για τα πιο σημαντικά γεγονότα της ζωής τους δεν έλειπαν.

Μίσος χρόνος περίπου έτσι πέρασε μέχρι που η πραγματική επαφή έγινε απαραίτητη. Επτά μήνες μιλούσαν και δεν είχαν βρεθεί από κοντά. Εκείνος ήθελε να δει τα μάτια της που από τις φωτογραφίες φαίνονταν τόσο γοητευτικά. Εκείνη ήθελε να τον πάρει μια αγκαλιά, να καταλάβει πως αυτός ο σχεδόν τέλειος άνθρωπος όντως υπάρχει.

Τέλη Απρίλη ήταν, οι πανελλήνιες πλησίαζαν κι η Αγάθη ήταν μονίμως στην τσίτα. Ο Φίλιππος δεν άντεξε, αφού δεν μπορεί εκείνη, σκέφτηκε, μπορώ εγώ. Χωρίς δεύτερη σκέψη της στέλνει: «Σε μια εβδομάδα θα έρθω να σε βρω, δεν αστειεύομαι, πρέπει να σε δω από κοντά».

 

Επιμέλεια Κειμένου Έλλης Β. Ζάχου: Πωλίνα Πανέρη

Συντάκτης: Έλλη Β. Ζάχου