Αν υπάρχει μία βεβαιότητα στη ζωή είναι ότι στο μυαλό μας υπάρχει και θα υπάρχει ένα άτομο, το οποίο έχουμε κρύψει τόσο βαθιά μέσα μας σ’ ένα σημείο του υποσυνειδήτου μας, που μόνο στα όνειρά μας υπενθυμίζεται η παρουσία του. Κι όσο προσπαθούμε να το θάψουμε στα άδυτα του μυαλού μας, έρχονται στιγμές που επανέρχεται στη μνήμη μας. 

Συνήθως οι φίλοι μας την πληρώνουν σε κάτι τέτοιες περιστάσεις ενώ προσπαθούμε εναγωνίως να τους εξηγήσουμε τη σοβαρότητα της κατάστασης, παρ’ όλο που ενδόμυχα γνωρίζουμε πολύ καλά ότι σ’ αυτή τη φάση έχουμε φτάσει τα επίπεδα αλκοολισμού σε νέα επίπεδα και λέμε σαχλαμάρες μετά την υπερβολική κατανάλωση αλκοολούχων ουσιών. 

Στο μυαλό μας, ωστόσο, όλα έχουν μια σειρά. Μια σειρά που φαντάζει για όλους αλλόκοτη αλλά -για εμάς- απόλυτα λογική. Εμείς ξέρουμε πολύ καλά τι θέλουμε, πάντα ξέραμε τι θέλαμε. Άλλωστε, το μυαλό μας δε μας αφήνει περιθώρια για δεύτερες σκέψεις. Μία σκέψη το κατακλύζει. 

Μπορεί να γνωρίζουμε ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα, αλλά αυτό απ’ ότι φαίνεται δε μας αποθαρρύνει να κάνουμε όνειρα. Κι ενδεχομένως το γεγονός ότι δεν έχουμε καμία ελπίδα -ή έτσι νομίζουμε τουλάχιστον- μας κάνει να προσπαθούμε όλο και περισσότερο.  

Κι άμα τύχει να δούμε αυτό το άτομο -διότι από τύχη συμβαίνει αυτό καθ’ ότι εμείς δεν μπορούμε ούτε κατά διάνοια να το επιχειρήσουμε – να του μιλήσουμε, λέμε πράγματα απλά, τετριμμένα, που υπό άλλες συνθήκες δε θα λέγαμε σε καμία περίπτωση.

Το βλέμμα μας είναι κολλημένο πάνω του, καθώς μιλάει και μόνο θαυμασμό νιώθουμε γι’ αυτά που λέει. Και κάτι τέτοιες στιγμές νιώθουμε ότι δε θ’ αντέχαμε να μην το ξαναδούμε, να το χάσουμε εντελώς απ’ τη ζωή μας.  

Ό,τι κι αν δούμε, ό,τι κι αν κάνουμε, έρχεται στο μυαλό μας η εικόνα του. Βρίσκεται σαν κάτι δεδομένο, σαν κάτι που πρέπει να υπάρχει εκεί, που προϋπήρχε ανέκαθεν. Κι ο καιρός περνάει. Εμείς συνεχίζουμε τη ζωή μας σαν να μη συμβαίνει τίποτα, παρ’ όλο που ποτέ δε φεύγει απ’ το μυαλό μας. Ποτέ, ωστόσο, δεν εκδηλώνουμε τα αισθήματά μας. Άλλωστε ποιοι είμαστε εμείς για να αξίζουμε να σταθούμε δίπλα του; 

Ίσως περάσουν μήνες, χρόνια, ωστόσο ποτέ δεν πρόκειται να αλλοιωθεί η μορφή του απ’ το μυαλό μας. Όλοι θα μας συμβουλεύουν να το ξεχάσουμε. Όλοι λένε ότι πρέπει κι είμαστε ικανοί να προχωρήσουμε στη ζωή μας. Μα ακόμη κι αν πάμε παρακάτω, ακόμη κι αν κάνουμε καινούργια πράγματα, κι ας αποκτάμε νέες εμπειρίες, ποτέ δεν καλύπτουν το κενό μας. 

Φτάνουμε να το αποδεχτούμε. Κι εκεί που νομίζουμε ότι όλα είναι επιτέλους καλά, έρχεται κάτι και τα γαμάει όλα, γιατί η σκέψη μας είναι πάλι εκεί. Το κυριότερο και το χειρότερο στην όλη κατάσταση, ωστόσο, είναι ότι όλα αυτά αποτελούν σκέψεις δικές μας, παιχνίδια του μυαλού μας, πράγματα που οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν, διότι φαινομενικά δεν υπάρχει λόγος να μην είναι τα πράγματα καλά.

Το ρίχνουμε πάλι στο αλκοόλ, κατεβάζουμε μπουκάλια βότκας σαν να είναι νερό, βγαίνουμε για να ξεχάσουμε -παρ’ όλο που περνάμε σκατά- και νιώθουμε ότι τα καψουροτράγουδα μας εκφράζουν απόλυτα, ενώ περιμένουμε έτσι ότι θα καλύψουμε το κενό.

Ξέρουμε ότι καταστρεφόμαστε. Αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Παράλληλα το κενό -όπως είναι λογικό- δεν καλύπτεται. Και συνήθως το άτομο που έχει πλέον καταλάβει για τα καλά το μυαλό μας, δε γνωρίζει τίποτα και δεν πρόκειται να μάθει τίποτα από μας τουλάχιστον.

Εν τέλει όλοι θα μας συμβουλέψουν ότι δεν αξίζει να χαλιόμαστε και να τρελαινόμαστε για κανέναν. Για εμάς όμως δεν είναι «κανένας». Για εμάς είναι τα πάντα.

 

Επιμέλεια κειμένου Θάνου Κουλουβάκη: Νάννου Αναστασία.

Συντάκτης: Θάνος Κουλουβάκης