Κάθε φορά που σ’ αποχαιρετώ, μπαίνει στο αυτοκίνητο ένα αντίγραφο του εαυτού μου. Μόνο με σένα νιώθω να υπάρχω αληθινά. Η εβδομάδα μου έχει μόνο μία ημέρα. Ο υπόλοιπος χρόνος είναι ένα άδειο πλακάτ, σ’ ένα συλλαλητήριο χωρίς πλήθος. Όταν συναντιόμαστε, μιλάω μαζί σου με άνεση, συζητάμε για πολιτική, βιβλία, ταινίες, πάμε για φαγητό, είμαστε φίλοι. Προσπαθώ να μη δείχνω αυτό που νιώθω. Πώς είναι δυνατόν όμως να μην το βλέπεις, τα μάτια μου γίνονται βεντούζες και κολλάνε επάνω σου, τα μέλη μου ασφυκτιούν, φοβάμαι ότι θ’ αποκτήσουν δικιά τους ζωή και θα περπατήσουν το μάγουλό σου. Εσύ κολακεύεσαι με την προσοχή που σου δείχνω. Πόσο λαχταράμε όλοι να μας ακούν αληθινά.

Γνωριζόμαστε χρόνια. Έχουμε κάνει άπειρες συζητήσεις. Ξέρω την ιστορία σου κι εσύ τη δικιά μου. Κι όμως. Νόμιζα πως αν δεν υπάρχουν μυστικά, η ασφάλεια που προσφέρει η οικειότητα, μπορεί ν’ αντικαταστήσει τη γοητεία του άγνωστου. Όμως έκανα λάθος. Όταν μου ανακοίνωσες τη νέα σου σχέση, έπρεπε να δείξω πως χαίρομαι. Ένα κόκκινο μπαλόνι. Το κρατάς, μεθάς από χαρά και μια στιγμή φεύγει από το χέρι σου, πετάει ψηλά. Είναι μεγάλη απόσταση πια ο ουρανός ανάμεσά σας.

Γυρίζω σπίτι. Έχω πολλές πράξεις να κάνω, ποτέ δεν είχα έφεση στα μαθηματικά. Ξέρω πως άφησα και χάθηκε η στιγμή, αυτό το μαγικό δευτερόλεπτο που, αν δε συμβεί, σκέφτεσαι πως έτσι έπρεπε να γίνει για κάποιες  μεταφυσικές  αιτίες. Ή δεν ήθελα τόσο πολύ τελικά; Το αυτοκίνητο είναι παρκαρισμένο, θα το αφήσω χωρίς βενζίνη, για να μην μπορεί να με προκαλεί. Θέλω να το πάρω και να περιμένω έξω από την πόρτα σου κι όταν σε δω θα σκάσουν μία μία όλες οι ανείπωτες ερωτήσεις.

Τι ήθελες από μένα και δεν το βρήκες; Τι περίμενα από σένα και δεν το διεκδίκησα.

Σε παρακαλώ, ελευθέρωσέ με, πατάω σπασμένα γυαλιά κάθε φορά για να έρθω να σε δω.

Κοιτώ από το παράθυρο τις σκόνες που εμφανίζονται μόνο όταν ο ήλιος πέσει πάνω τους. Έτσι είμαι εγώ με σένα, μία αόρατη γραφή, που μόνο όταν ο ειδικός  μαρκαδόρος πατήσει επάνω, παίρνει μορφή. Μη με βοηθάς, βοήθησέ με. Πιάσε με, άσε με να πέσω.

Εγώ είμαι που τηλεφωνώ μ’ απόκρυψη και σου το κλείνω.

Παραβιάζω τον εναέριο χώρο σου. Κι εσύ αναρωτιέσαι ποιος να είναι, σίγουρα θα ενοχλείσαι κιόλας. Θα έχεις αρχίσει να κάνεις υποθέσεις, το μυαλό σου δεν πάει σε μένα. Είναι το πιο ανώδυνο. Το εύκολο είναι. Μήπως με ήξερες πολύ καλά για να μ’ αγαπήσεις, για να με ψάξεις; Κι εγώ που σε θέλω κάθε λεπτό; Μόλις χωρίσαμε και πάλι θέλω να σε δω. Διασωληνωμένη η ανάγκη μου με σένα, με την ύπαρξή σου. Εκεί έξω υπάρχει ζωή μα εγώ αιωρούμαι μόνο στο δικό σου σύμπαν.

Μου έχεις μιλήσει για το καθημερινό σου πρόγραμμα λεπτό προς λεπτό. Το πρωί πας στο γραφείο, όπου σε περιμένουν δεκάδες ραντεβού. Γύρω στις δύο κάνεις ένα διάλειμμα, τρως ένα μικρό μεσημεριανό, ίσως και μία μικρή σοκολάτα. Μετά συνεχίζεις, κρατάς χαρτιά, μιλάς με συναδέλφους  για τις υποθέσεις σου κάνοντας χειρονομίες, τώρα χαμογελάς, σε βλέπω. Αγαπάς πολύ αυτό που κάνεις. Έψαχνα τόσο καιρό να βρω μια σχισμή να εισχωρήσω, κάπου να βρω μία φτέρνα ευάλωτη, μα το ρούχο δεν ήταν διάτρητο. Είσαι μία απόρθητη πόλη που τα χαντάκια γύρω σε φυλάνε καλά.

Κουράστηκα να περιμένω να με πάρεις τηλέφωνο, Οι καρφίτσες στα πάνινα κουκλάκια μου τελείωσαν, μπήχτηκαν όλες. Κατεβάζω τ’ ακουστικό. Βγάζω την αξιοπρέπεια από την ντουλάπα, τη φοράω στους ώμους, ανάβω τσιγάρο, παίρνω τα κλειδιά του αυτοκινήτου, είμαι εντάξει.

 

 

Συντάκτης: Ευαγγελία Αντωνάκη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου