«Ο έρωτας πονάει. Η αγάπη είναι σπάνια. Οι άνθρωποι φεύγουν, όσο κι αν στην αρχή μοιάζουν να θέλουν να μείνουν. Οι καρδιές σπάνε χειρότερα από κρύσταλλα κι ο πόνος δεν περνάει εύκολα.»

Τα ξέρουμε όλα αυτά κι από τότε που τα παραδεχθήκαμε, τα ‘χουμε κάνει καραμέλα και την κερνάμε παντού. Αποφεύγουμε τόσο πολύ τον έρωτα σαν να ‘ναι αρρώστια που δε θέλουμε να μας μολύνει, αρνούμαστε να νιώσουμε. Γιατί να αφεθούμε, για να πληγωθούμε πάλι; Όχι, ευχαριστούμε, το ζήσαμε και μια και δυο, φτάνει τώρα. Τελειώσαμε με αυτά. Επιλέξαμε τη δαιμονοποίηση του συναισθήματος και τη θυματοποίησή μας στον έρωτα για να μπορούμε να κρυφτούμε πιο εύκολα πίσω απ’ τη δειλία μας. Μας δικαιολογούμε έτσι κι έχουνε ένα άλλοθι παλιών συμφορών να προβάλλουμε στον κόσμο, για να μη μας χαρακτηρίσει «άνιωθους».

Δεν είναι ότι εμείς δε θέλουμε να ερωτευτούμε, είναι που με οποιονδήποτε επιλέξουμε να εμπλακούμε συναισθηματικά, μετά από ένα διάστημα φεύγει κι εμείς νιώθουμε τον κόσμο μας να σπάει. Είναι καλύτερα να δεθείς με χειροβομβίδα πάρα με άνθρωπο.

Παίζουμε το θύμα του έρωτα, γιατί είναι πιο εύκολο να ζητήσουμε απ’ τους άλλους να μας καταλάβουν και να μας δικαιολογήσουν επειδή πληγωθήκαμε από έρωτα, επειδή μια φορά παραδοθήκαμε, δώσαμε ό,τι είχαμε και στο τέλος ‘φυγαν παίρνοντάς τα μας όλα. Έτσι, μετά από πόνο κι απογοήτευση, υποσχεθήκαμε στον εαυτό μας ότι δε θα επιτρέψουμε να μας ξανασυμβεί. Εμείς δε θα πονέσουμε ποτέ ξανά για κανέναν! Το αν θα τους πονέσουμε είναι άλλο θέμα.

Ξεχάσαμε, όμως, να παραδεχτούμε πως υπήρξαμε κι εμείς θύτες του έρωτα, πως πληγώσαμε κι εμείς, με τη σειρά μας, ανθρώπους, πως γίναμε εμείς η αιτία να λένε εκείνοι όσα χρησιμοποιούμε εμείς ως ελαφρυντικά. Δε φερθήκαμε σωστά σε ανθρώπους που τους άξιζε μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας. Δε θα τα παραδεχτούμε ποτέ, όμως, όλα αυτά, γιατί έτσι θα χάναμε το αβαντάζ της θυματοποίησής μας, θα χάναμε τα συμπονετικά βλέμματα. Αν παραδεχθούμε ότι πληγώσαμε κι εμείς κόσμο, δεν μπορούμε να μας δικαιολογήσουμε ως αυτούς που πόνεσαν πολύ και τώρα κλειδώθηκαν γιατί απλά προστατεύονται.

«Όλοι είναι το ίδιο, αφού μας πλήγωσε ένας άνθρωπος θα το κάνουν όλοι» πίσω από τέτοιες επιφανειακές και χοντροκομμένες, αυθαίρετες κι άδικες, κλισεδιές κρύβουμε τη δική μας δειλία για το άγνωστο, για το ρίσκο μιας νέας γνωριμίας και την είσοδο ενός ανθρώπου που μπορεί να ήρθε για να μας πληγώσει, αλλά μπορεί να ήρθε και για να μας αγαπήσει.

Δεν κυνηγάμε τον έρωτα πια, ούτε όμως τον αφήνουμε να μας κυνηγήσει. Προτιμήσαμε να ‘μαστε θύματα μιας πληγωμένης αγάπης και να αφορίσουμε τον έρωτα, να τον αποκλείσουμε απ’ ζωή μας για να μην παραδεχθούμε ότι έχουμε πληγώσει κι εμείς κόσμο με τη συμπεριφορά μας, που δεν του άξιζε, γιατί πολύ απλά κι οι πληγές είναι κομμάτι της ζωής μας, που συχνά δεν μπορούμε να αποφύγουμε, εκτός αν πάψουμε να ζούμε.

Αν μας ρωτήσει κάποιος γιατί δεν προσπαθούμε ξανά να ερωτευτούμε, αν μας πει ότι δεν είναι όλα δήθεν όπως υποστηρίζουμε, μας πιάνει πανικός. Δε θέλουμε να πιστέψουμε ότι όλα αυτά τα θαυμάσια που θα μπορούσαμε να νιώσουμε τα χάνουμε από δειλία. Φοβόμαστε. Αλλά τι; Ίσως περισσότερο τον εαυτό μας.

Πώς μας προέκυψε τόση δειλία; Α, ναι, φταίει που είχαμε πιστέψει στα λόγια και στα μάτια κάποιου, κι όταν αυτά  ξεθώριασαν τα χρησιμοποιήσαμε ως ασπίδα για να μην πιστέψουμε ξανά λέξεις και βλέμματα, ακόμα κι αν κρύβουν ειλικρίνεια κι αγάπη μέσα τους.

Παντού στη ζωή μας υπάρχει η πιθανότητα πικρίας και πόνου, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να τα αποφεύγουμε όλα. Δεν είναι ανάγκη να μας φορέσουμε τον τίτλο «θύμα» για να δικαιολογήσουμε κάποιες συμπεριφορές μας -εξάλλου, οι θέσεις του θύματος και του θύτη συνεχώς εναλλάσσονται, ανάλογα με την ιστορία κι αυτόν που την περιγράφει.

Ας αφήσουμε κάτω την ασπίδα της δειλίας και των δικαιολογιών μας κι ας αφήσουμε την καρδιά μας να νιώσει∙ κι αν πληγωθεί ξανά, θα αντέξει.

Συντάκτης: Κατερίνα Μάρου
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη