Η Βασιλική από την Καλαμάτα έφυγε, δεν μένει πια εδώ… Μετακόμισε στη γειτονιά των αγγέλων και πήγε να συναντήσει εκείνες που λείπουν.

Από την αρχή του έτους μέχρι και την 1η Ιουνίου 2026 έχουν σημειωθεί συνολικά πέντε γυναικοκτονίες. Αθώες ψυχές που χάθηκαν άδικα, από τα χέρια των συντρόφων ή των συζύγων τους (πρώην ή νυν). Γυναίκες που ερωτεύτηκαν, αγάπησαν, πίστεψαν, εμπιστεύθηκαν, έκαναν όνειρα για ένα κοινό μέλλον, ήθελαν ή είχαν οικογένεια με τον άνθρωπο εκείνο που δεν δίστασε μέσα σε μια στιγμή να κόψει με τόσο βίαιο τρόπο το νήμα της ζωής τους.

Τα τελευταία χρόνια ακούμε και διαβάζουμε όλο και πιο συχνά τη λέξη «γυναικοκτονία». Είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε πλέον όλοι για να περιγράψουμε το πιο άγριο πρόσωπο της έμφυλης βίας: τη δολοφονία μιας γυναίκας (ή ενός μικρού κοριτσιού) λόγω του φύλου της. Τα εγκλήματα αυτά τιμωρούνται ως ανθρωποκτονία με δόλο (από πρόθεση), καθώς για την ελληνική δικαιοσύνη δεν αποτελούν, μέχρι στιγμής, ξεχωριστό αδίκημα του Ποινικού Κώδικα. Μέχρι και περίπου κάποια χρόνια πριν, η δολοφονία μιας γυναίκας είχε μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση από την κοινωνία. Οι τίτλοι που διαβάζαμε στις εφημερίδες, τα ρεπορτάζ που μιλούσαν για εγκλήματα πάθους ή τιμής, με τον δράστη να βρίσκεται «εν βρασμώ ψυχής». Η κοινή γνώμη συχνά έδειχνε κατανόηση για τον άνδρα που τον τύφλωσε ο έρωτας, πως ήταν μια κακιά στιγμή, και έτσι ήταν πιο εύκολο να ρίξουν τις ευθύνες στο θύμα, ότι εκείνη έφταιγε, ότι τον προκάλεσε. Σήμερα το μοιραίο συμβαίνει ακόμα.

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πώς και πότε η αγάπη έδωσε τη θέση της στον φόβο. Τις περισσότερες φορές, οι κλειστές πόρτες ενός σπιτιού κρύβουν τις πιο βαθιές αλήθειες. Η κακοποίηση συνήθως ξεκινά αθόρυβα. Με λέξεις που πληγώνουν, βλέμματα υποτιμητικά και συμπεριφορές που στερούν σιγά σιγά την ελευθερία. Μετά αρχίζει ο έλεγχος, η χειραγώγηση και η απομόνωση από φίλους και οικογένεια. Σιγά σιγά αρχίζεις να μικραίνεις και να χάνεις τη φωνή σου, ενώ ο άλλος αποκτά όλο και μεγαλύτερη εξουσία πάνω σου. Γίνεται πιο δυνατός και ξεκινά να σε περικυκλώνει μέχρι να σε εγκλωβίσει και να μην υπάρχει καμία αντίσταση από μέρους σου, κανένας τρόπος διαφυγής. Μέχρι να έρθει και να διαλυθεί η σιωπή με το πρώτο χαστούκι.

Ο χρόνος μοιάζει σαν να πάγωσε σε εκείνη τη στιγμή. Το σοκ είναι μεγάλο και οι δικαιολογίες που ακολουθούν, «δεν ήθελα», «με ανάγκασες», «δεν θα το ξανακάνω», «συγχώρεσέ με», φθηνές, καθώς το ίδιο σκηνικό αρχίζει να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά και κάθε φορά με μεγαλύτερη ένταση.

Οι μικροκαβγάδες έχουν μετατραπεί σε ψυχολογική, λεκτική, σωματική και σεξουαλική βία, με τον θύτη να ζητά συγγνώμη, να υπόσχεται ότι θα αλλάξει και να δείχνει μετανιωμένος για να τον λυπηθεί και να κερδίσει τον οίκτο του θύματος, παρασύροντάς το σε έναν φαύλο κύκλο που δεν σταματά. Όταν πλέον η γυναίκα καταφέρει να βρει το θάρρος να πάρει την απόφαση να φύγει ή να χωρίσει για να σταθεί μόνη της στα πόδια της, τότε είναι που ο άντρας αρχίζει να καταλαβαίνει ότι χάνει τον έλεγχο, διότι μέχρι πρότινος τη θεωρούσε δική του, κτήμα του, και εφόσον δεν μπορούσε να την έχει εκείνος, δεν θα την είχε κανείς, γιατί αυτό που αγαπά περισσότερο είναι τον εαυτό του, το ίδιο του το εγώ!

Μην αντέχοντας, λοιπόν, την απόρριψη, ο δράστης ξεκινά να παρενοχλεί συστηματικά το θύμα, να το απειλεί, να το παρακολουθεί και να το καταδιώκει, καθώς δεν μπορεί να αποδεχθεί τη νέα πραγματικότητα, ότι δεν μπορεί πλέον να είναι εκείνος που θα την ορίσει και θα την καθορίσει, ενώ εκείνη θα προσπαθήσει να κερδίσει πίσω την αυτονομία της, που με τόσο κόπο κατάφερε να της καταστρέψει, και τότε είναι που η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο επικίνδυνη. Ο άντρας νιώθει τον κόσμο του γύρω να γκρεμίζεται όταν βλέπει τη γυναίκα να διεκδικεί πάλι την ελευθερία της. Ίσως να είναι αυτή η κίνηση που θα πυροδοτήσει την τελευταία πράξη, αφού ο θύτης προτιμά να σκοτώσει, τυφλωμένος από ζήλια, παρά να την αφήσει να ζήσει χωρίς αυτόν!

Την επόμενη μέρα του χαμού της, η κοινωνία θα βρεθεί προ των ευθυνών της, να μετανιώνει για όλες εκείνες τις φορές που άκουγε τους καβγάδες και θεώρησε πως δεν είναι δουλειά της να ανακατευτεί, που έβλεπε τα σημάδια στο κορμί της και δεν κάλεσε την αστυνομία νωρίτερα, που όλοι γνώριζαν και στο τέλος είχαν μια ιστορία να διηγηθούν, με φανερές τις τύψεις να τους πνίγουν, που άφησαν μια γυναίκα μόνη και αβοήθητη απέναντι στο κακό.

Μια πληγή που θα μείνει για πάντα ανοιχτή…

 

ΥΓ: Στις 9 Ιουνίου σημειώθηκε ένα διπλό φονικό στο Αίγιο με θύματα μάνα και γιο. Οι αρχές ερευνούν τον σύντροφο της γυναίκας.

Συντάκτης: Ειρήνη Σαμαρά