«Όταν έρθει, θα την καταλάβεις», ‘λεγαν όλοι.

Και μπορεί να μην το κατάλαβα όταν σε γνώρισα, μιας και ούτε το ‘γραφες στο κούτελο, ούτε σε έδειχνε το Θείο δάκτυλο, το κατάλαβα όμως όταν επιχείρησα να σου μιλήσω και έκανα σαρδάμ ακόμα και στο όνομά μου. Βλέπεις, όσο και να έχεις φλερτάρει στη ζωή σου, όταν αυτό το «διαφορετικό», παρουσιαστεί μπροστά σου, η γλώσσα κομπιάζει. Κομπιάζει επειδή το ένστικτο την προειδοποιεί ότι δεν μπαίνει για περίπατο σε πλατεία, αλλά σε ναρκοπέδιο, και κάθε λάθος βήμα θα είναι μοιραίο.

Κάποιοι με λίγες και κάποιοι με περισσότερες εμπειρίες, έχουμε μάθει να αλληλεπιδρούμε με το άτομο που μας ενδιαφέρει. Δεν έχει σημασία ούτε η ηλικία, ούτε και η εποχή. Χημεία λένε είναι όταν ο ένας άνθρωπος κόβει και ο άλλος ράβει. Τον έρωτα όμως τον γνώρισα εκεί που τελικά έκοψα το δάχτυλό μου. Γιατί είχα μάθει να κόβω με εκείνα τα στρογγυλά και ακίνδυνα ψαλιδάκια που δίνουν στα νήπια να κάνουν χειροτεχνίες, και για πρώτη φορά κλήθηκα να το κάνω με χειρουργικό νυστέρι.

Πάντα απορούσα με εκείνη τη φράση «θέλω τόσα να σου πω αλλά κάθε φορά κολλάω». Έχει παιχτεί σε ταινίες, σε διηγήματα, σε τραγούδια, και μέχρι που σε γνώρισα νόμιζα ότι απευθύνεται σε δειλούς. Δεν είχα φανταστεί ότι μπορεί να χάσεις τα λόγια σου κοιτώντας και μόνο, έναν άνθρωπο, δεν μπορούσα να διανοηθώ το να θες να διεκδικήσεις κάτι και να μη βρίσκεις τον τρόπο, σαν να πηγαίνεις πεινασμένος σε κινέζικο και να σου σερβίρουν σούπα με chopsticks.

Κάποιοι τα έχουν εύκολα και πάντα πρόχειρα τα ωραία λόγια, τα εγκώμια και εκείνα τα ποιητικά μπάρδα-μπούρδα. Τυποποιημένα και έτοιμα προς κατανάλωση όποτε χρειαστεί και χωρίς κανένα δισταγμό πριν τα ξεστομίσουν. Και πριν σκεφτώ καν να τους ζηλέψω, θυμάμαι το λόγο που σε ξεχώρισα από τα αυτάρεσκα κοριτσάκια που αναζητούν τη θεοποίηση και την εκδούλευση. Δε θα τσιμπούσες ποτέ σε τέτοια νερόβραστα καμάκια, δε θα έτρωγες ποτέ το κουτόχορτο που θα σε τάιζε ο κάθε εκκολαπτόμενος Γαρδέλης. Θα προτιμούσες χίλιες φορές τη βουβή αμηχανία μου, παρά τα επιχρυσωμένα σάλια του.

Ίσως τα λόγια αυτά βέβαια να τα περιμένεις από κάποιον άλλο και όχι από μένα, αλλά αυτή δεν είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση; Δεν ερωτευόμαστε κατόπιν επιλογής, αλλά τυχαία. Επιλογή είναι το αν τελικά θα κάνουμε κάτι ή το αν θα το τελειώσουμε. Ο έρωτας όμως έρχεται από ένα «κλικ», όπως είθισται να ονομάζουμε το προαίσθημα. Και αυτό δε μπορεί να βασιστεί ούτε σε παρατηρητικότητα, ούτε και σε λογική, γι’ αυτό και λέγεται προαίσθημα. Κάπως έτσι το μυαλό μου κάθε φορά που σε αντικρίζω, θυμίζει διασταύρωση παλιομοδίτικου φαρμακείου με το πλατό του Moulin Rouge, γεμάτο χρώμα από τη μια, και ετερόκλητες σκέψεις από την άλλη.

Ο έρωτας δεν είναι κάτι άλλο από την πλήρη ισοπέδωση του εγωισμού σου. Και όσο και να προσπαθώ να τον κρύψω πίσω από την αξιοπρέπεια και το μέτρο, κάθε φορά αφοπλίζομαι, και η γλώσσα μου χάνει κάθε κομψότητα. Δεν επιμένω γιατί «ο επιμένων νικά», επιμένω γιατί χαμένοι δεν είναι όσοι αποτυγχάνουν αλλά όσοι παραιτούνται.

Όπως οι ουρανοξύστες που όσο πάνε γίνονται και πιο ψηλοί, όπως οι γέφυρες, που όσο περνούν τα χρόνια ενώνουν ακόμα μεγαλύτερες αποστάσεις, έτσι κι εγώ προσδοκώ να κάνω σήμερα αυτό που μέχρι χθες ήταν ακατόρθωτο. Ύβρεις με στόχο τον ίδιο το Θεό για κάποιους, τα κτίρια που αγγίζουν τους ουρανούς ή οι γέφυρες που ενώνουν σημεία που η φύση είχε αποφασίσει να είναι χώρια, ύβρις και η προσδοκία μου για ένα θαύμα. Όχι θαύμα της φύσης, αλλά θαύμα δικό μας. Και τα θαύματα θυμώνουν όταν δεν τα πιστεύεις.

Επιμέλεια κειμένου Αλέξη Φαραντούρη: Γεωργία Χατζηγεωργίου

 

 

Συντάκτης: Αλέξης Φαραντούρης