Φαγητό, λέξη ιερή. Προσκυνούμε τη ζεστή μυρωδιά και ταξιδεύουμε με τη γεύση του. Μια στιγμή απόλαυσης κι ένας έρωτας για δυο, για σένα και το φαγητό σου, άντε να μπει κι ένας τρίτος στη μέση -το πιάτο. Αλλά μην το παρακάνουμε και βάλουμε και τέταρτο. Μισό, αν αυτός ο τέταρτος είναι ο κολλητός μας; Τι θα κάνουμε; Εδώ μπαίνει ένα δίλημμα κι ένας άδικος χωρισμός. Όπως δεν μπορώ να αρνηθώ το φίλο μου, αλλά ούτε και το φαγητό μου.

Τον φίλο γιατί είναι κολλητός, αδερφός και σε μια δύσκολη στιγμή σε βοηθάει και σε συμπληρώνει, όπως ακριβώς κάνει και το φαγητό. Υπάρχουν βέβαια κι εκείνες οι φορές, που θες να αρπάξεις το πίτα απ’ όλα από τον σουβλατζή και να το καταβροχθίσεις στο δευτερόλεπτο. Δίλημμα.

Κάθεσαι για λίγο και βάζεις τα πράγματα στην θέση τους και λες πως αν έρθει ο κολλητός και σου πάρει μια πατάτα- όπου πατάτα, το νούμερο ένα της τροφικής πυραμίδας- τι θα κανείς; Θα πεις όχι; Όχι θα πεις στο στομάχι σου, που τολμά και σκέφτεται έτσι, που στην τελική ακόμη και τη μια πατάτα στο τέλος μπορεί να μην τη φας. Άρα το αποτέλεσμα στη σκέψη σου ποιο είναι;

Στους κολλητούς μας, δίνουμε μια τηγανητή πατάτα ακόμη και αν το στομάχι μας τραγουδάει Annie Lennox σε ρυθμούς όπερας από την πείνα. Διότι, μέσα από μια πατάτα ή μάλλον, πίσω από αυτήν την αλεσμένη, νόστιμη, παχυντική, κίτρινο- καλοψημένη πατάτα, κρύβεται μια εμπιστοσύνη. Κι εσύ τον εμπιστεύεσαι το φίλο σου, έτσι δεν είναι;

Πίσω της κρύβεται και η οικειότητα που για μια φιλία είναι κάτι παραπάνω από τη σχέση πατάτας και Κέτσαπ. Είναι σχέση πατάτας, κέτσαπ, μαγιονέζας και μουστάρδας η οικειότητα φιλαράκι μου. Το αγαπάμε το κολλητάκι μας και του δίνουμε λίγο από το φαγητό μας. Κι ας του κάνουμε νάζια στην αρχή σηκώνοντας το φρύδι και λέγοντάς του «σήκωσε τα χέρια ψηλά και μην ακουμπήσεις ούτε λίγο» σημαδεύοντας με το πιρούνι. Έλα, άστο κάτω. Σε βλέπει όλο το μαγαζί, σε βλέπει κι ο φίλος κι απορεί αν πηγαίνεις καθόλου καλά.

Και τότε εκείνος παίρνει το ύφος του πικρά πληγωμένου κι εσύ δε μπορείς να του αντισταθείς και του λες «θέλεις;». Κι ένα χαμόγελο σαν μωρό δημιουργείται στο πρόσωπο του. Χαμόγελα βρε, εσύ τον επέλεξες για κολλητό, όχι εγώ. Άρα πρέπει να συμβιβαστείς.

Θυμάμαι, μια φορά, που ήμουν με μια φίλη και της είχα ζητήσει λίγο από τη σοκολάτα της, εκείνη με αγριοκοίταξε και δε μου έδωσε. Περιττό να σου πω πως από τότε, δεν είμαστε πια φίλες και ούτε το όνομά της θυμάμαι. Τώρα θα σκέφτεσαι τι παραλογισμοί είναι αυτοί. Είναι λόγος τσακωμού αυτό και για να μη σου συμβεί και σένα το ίδιο προσπάθησε να μη δημιουργείς πρόβλημα.

Άρα λοιπόν ο κολλητός και το φαγητό είναι δυο έρωτες που πάνε μαζί. Ο ένας συμπληρώνει τον άλλον, ο κολλητός είναι για να αράξεις στο ώμο του, να κλάψεις κι εκείνος να σε κρατάει με το ένα χέρι, εκείνο της συμπαράστασης και με το άλλο, το πειναλέο, να τρώει μαζί σου τα γαριδάκια και τις σοκολάτες. Καλή σας όρεξη!

 

Συντάκτης: Σταματία Μάστορα
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου