Πόσες φορές διαβάσατε πεταχτά μια φράση που κάτι άναψε μέσα σας, κάτι ακούμπησε και αυθόρμητα σχεδόν βιαστικά την κάνατε ένα γρήγορο quote και την ανεβάσατε σε κάποιο social και έπειτα συνεχίσατε την μέρα σας χωρίς άλλη σκέψη; Νομίζω οι περισσότεροι μπορείτε να ταυτιστείτε, γιατί αυτές οι φορές ήταν πολλές. Όμως κόντρα σε όλο αυτό το ασυναίσθητο αλισβερίσι έρχονται και εκείνες οι φορές που το μάτι μας την πιο κατάλληλη στιγμή πέφτει πάνω σε Αυτές τις φράσεις που πετάγονται μπροστά μας για να, μείνουν, να καταγραφούν ρε παιδί μου με ανεξίτηλο μελάνι στον εγκέφαλο μας. Και δεν μένουν απλώς ξέρετε, αλλά επιστρέφουν ξανά και ξανά, κάθε φορά που μια σχέση δυσκολεύει, κάθε φορά που δυο άνθρωποι απομακρύνονται επειδή «δεν ταιριάζουν πια».

Μία από αυτές τις φράσεις για εμένα -ίσως να γίνει και δική σας- είναι και η φράση του Χόρχε Μπουκάι : «Έρωτας είναι να αγαπάς τις ομοιότητες και αγάπη να ερωτεύεσαι τις διαφορές». Μια φράση όμορφη, ποιητική και σχεδόν αυτονόητη θα μονολογούσε κάποιος. Αλλά είναι όντως αλήθεια; Ή είναι απλώς μια ρομαντική πρόταση που την λέμε για να παρηγορούμαστε όταν τα πράγματα δυσκολεύουν;

Αν σκεφτείτε στην αρχή κάθε σχέσης υπάρχει ενθουσιασμός, έλξη, αναγνώριση και εκείνο το ατελείωτο «Κι εγώ έτσι σκέφτομαι», «κι εσύ αυτό αγαπάς», «λες ακριβώς ό,τι έχω στο μυαλό μου». Τότε αυτό έρχεται και κουμπώνει ακριβώς με αυτό που εξηγεί και ο τομέας της ψυχολογίας : ο εγκέφαλός μας αγαπά αυτό που του φαίνεται οικείο. Όταν συναντάμε κάποιον με παρόμοιες αξίες, τραύματα, χιούμορ, ρυθμό ζωής ή κοσμοθεωρία, ενεργοποιείται το αίσθημα της ασφάλειας. Δεν χρειάζεται μετάφραση, δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια. Οι ομοιότητες λειτουργούν σαν γέφυρα και μας επιτρέπουν να συνδεθούμε γρήγορα και να νιώσουμε πως επιτέλους «βρήκαμε τον άνθρωπό μας». Γι΄αυτό λοιπόν ο έρωτας σε εκείνο το σημείο γεννιέται εύκολα, γιατί υπάρχει κάτι πολύ σημαντικό…και δεν είναι άλλο από το «κοινό έδαφος».

Πότε όμως ξεκινάει το πρόβλημα σε όλη αυτήν την πλασματική και ουτοπική πολλές φορές κατάσταση; Μα φυσικά όταν αρχίζουν να εμφανίζονται δειλά – δειλά οι περιβόητες διαφορές. Γιατί μην γελιέστε, εμφανίζονται πάντοτε. Κανένας άνθρωπος δεν είναι απόλυτα ίδιος με έναν άλλον -ούτε καν η μια μας πλευρά με την άλλη. Κάποια στιγμή λοιπόν οι ρωγμές φαίνονται: διαφορετικός τρόπος επικοινωνίας, άλλες ανάγκες, διαφορετική σχέση με το συναίσθημα, τον χρόνο, την εγγύτητα. Και τότε συμβαίνει ξαφνικά κάτι παράδοξο: αυτό που στην αρχή θεωρούσαμε «μικρή λεπτομέρεια», μετατρέπεται σε λόγο σύγκρουσης. Και να σας πω και μια μεγάλη αλήθεια; Δεν μαλώνουμε επειδή είμαστε διαφορετικοί, μαλώνουμε εν τέλει επειδή περιμέναμε να μην είμαστε!

Και κάπου εδώ έρχεται σαν φάρος αναμμένος.. η αγάπη. Ο έρωτας θέλει ταύτιση όμως η αγάπη ζητά αποδοχή. Στον έρωτα λες «είμαστε ίδιοι» ενώ στην αγάπη λες «είμαστε διαφορετικοί όμως επιλέγω να μείνω». Γιατί η αγάπη δεν ζητά να αλλάξει τον άλλον για να χωρέσει, του ζητά απλώς να τον καταλάβει. Δεν έχει σκοπό να προσπαθήσει να εξαλείψει τις διαφορές αλλά απεναντίας να τις χωρέσει σε έναν κοινό χώρο, χωρίς να ακυρώνει κανέναν από τους δύο.

Γιατί όμως εμείς οι άνθρωποι δυσκολευόμαστε τόσο πολύ με τις διαφορές; Μα γιατί οι διαφορές έρχονται και μας βγάζουν από τον έλεγχο -που τόσο πολύ αγαπάμε. Όταν για παράδειγμα ο άλλος δεν σκέφτεται όπως εμείς τότε αυτομάτως νιώθουμε ότι δεν μας καταλαβαίνει, φοβόμαστε ότι πλέον δεν μας αγαπάει και αρχίζουμε να μπερδεύουμε την διαφορετικότητα με την περιβόητη απόρριψη. Κι εκεί ακριβώς ξεκινάει το παιχνίδι της διόρθωσης. Αρχίζει μέσα στο κεφάλι μας η ατέρμονη στιχομυθία: «Αν άλλαζε λίγο αυτό…», «αν ήταν λίγο πιο εκφραστικός/ή…», «αν δεν ήταν τόσο ψυχρός/ή ή τόσο ευαίσθητος/η…» Εκεί ανάμεσα σε όλα αυτά ξεκινάει να χάνεται η αγάπη. Γιατί η αγάπη δεν σου ζητά να φέρεις τον άλλον στα μέτρα σου αλλά σου ζητάει να απλώσεις τα δικά σου.

Οι σχέσεις φίλοι μου δεν χαλάνε από τις διαφορές, όπως ακούμε συχνά πυκνά την φράση «ασυμφωνία χαρακτήρων». Οι σχέσεις χαλάνε ακριβώς όταν μετατρέπουμε τις διαφορές σε όπλa, όταν η διαφορετική ανάγκη βαφτίζεται «λάθος» ή όταν η άλλη γλώσσα αγάπης αντιμετωπίζεται ως αδιαφορία. Πιστέψτε με δύο άνθρωποι μπορούν να διαφέρουν σε όλα και να αγαπιούνται βαθιά. Και αντίστοιχα δυο άνθρωποι μπορούν να μοιάζουν απόλυτα και να ασφυκτιούν. Η διαφορά λοιπόν δεν είναι το πρόβλημα. Ξέρετε όμως ποιο είναι; Είναι η έλλειψη συναισθηματικής ωριμότητας.

Για τον λόγο αυτό -πράγμα που πολλοί αποφεύγουν, όπως ο διά0λος το λιβάνι, να κάνουν την δύσκολη δουλίτσα- οφείλουμε να βλέπουμε την αγάπη ως μια πράξη ενηλικίωσης. Η αγάπη ξεκινά εκεί που τελειώνει η φαντaσίωση -και δεν εννοώ την ερωτική φαντaσίωση αλλά τον όρο κυριολεκτικά. Όταν λοιπόν καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν ήρθε για να συμπληρώσει τα κενά σου, αλλά για να περπατήσει δίπλα σου με τα δικά του. Όταν παύεις να ερωτεύεσαι το ποιος θα ήθελες -φαντάστηκες- να είναι και αρχίζεις να αγαπάς το ποιος πραγματικά είναι. Αυτό δεν είναι παραίτηση. Αυτό είναι Ελευθερία.

Άρα τι λέτε είχε δίκιο ο Μπουκάι; Εγώ θα απαντήσω πως ναι, αλλά με έναν μικρό όρο. Η φράση του δεν σημαίνει ότι πρέπει να αντέχουμε τα πάντα στο όνομα της αγάπης. Δεν μιλάμε για ανοχή σε ασέβεια, συναισθηματική απουσία ή κακ0ποίηση σωματική ή ψυχική. Μιλάμε για τις ανθρώπινες διαφορές, για τους διαφορετικούς τρόπους που αγαπάμε, φοβόμαστε και εκφραζόμαστε. Ο έρωτας λοιπόν γεννιέται στις ομοιότητας και η αγάπη δοκιμάζεται στις διαφορές. Και μόνο όποιος έχει μάθει πρώτα να αποδέχεται τον εαυτό του, μπορεί να είναι σε θέση να αποδεχτεί τον άλλον.

Και να σας πω και κάτι τελευταίο, ίσως τελικά αυτή η φράση να μην είναι ρομαντική υπερβολή αλλά ίσως να είναι μια μεγάλη αλήθεια που απλώς προσπερνάμε – γιατί η αποδοχή απαιτεί περισσότερη γενναιότητα από τον ίδιο τον έρωτα. Γιατί να μην ξεχνάτε πως η ο έρωτας συμβαίνει.. η αγάπη όμως επιλέγεται.

Συντάκτης: Φραγκούλα Χατζηαγόρου
Επιμέλεια κειμένου: Αγγελική Θεοχαρίδη