Σχεδόν πάντα ο άρρωστος ηλικιωμένος που βρίσκεται στο κρεβάτι του σπιτιού σου είναι ένας απ’ τους γονείς σου. Οι οποίοι πρώτα σε φρόντισαν, σε δίδαξαν και σε έκαναν αυτό που είσαι σήμερα. Οφείλεις κι έχεις ιερή υποχρέωση να σταθείς και να είσαι εκεί δίπλα τους για ό,τι χρειαστούν.

Η φροντίδα τους δεν είναι υποχρέωση, είναι ανάγκη. Όπως εκείνοι ήταν δίπλα σου έτσι κι εσύ έχεις την ανάγκη να σταθείς δίπλα τους. Είναι δύσκολο κι επώδυνο αλλά είναι μονόδρομος. Η φροντίδα των αρρώστων και πονεμένων δίνει ευχαρίστηση κι εξιλέωση ψυχής σε όποιον την προσφέρει απλόχερα κι αγόγγυστα.

Είναι δρόμος σοφίας και δύναμης. Ο τρόπος παροχής βοήθειας σε παθόντες είναι δρόμος δύσβατος και τραχύς. Σου μαθαίνει την υπομονή και την κατανόηση. Σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Να μπορείς να διαχωρίζεις τα ουσιώδη απ’ τα ανούσια.  Ζυμώνεσαι μέσα από τη δύναμη του άλλου και γιατρεύεται η δική σου ψυχή.

Στο κάτω-κάτω το σώμα νοσεί, η ψυχή είναι ίδια. Θυμηθείτε στιγμές απ’ το παρελθόν που ήταν υγιής και κάνατε πράγματα μαζί. Θα βοηθήσει και τους δύο η ανάμνηση. Θα νιώσετε ακριβώς όπως εκείνη τη στιγμή του παρελθόντος και θα σας δώσει δύναμη και κουράγιο να συνεχίσετε μαζί τον αγώνα.

Για κάποιους που γνωρίζουν είναι ευχή, για κάποιους κατάρα.

Υπάρχουν κι αυτοί που υποστηρίζουν ότι για τους άρρωστους υπάρχουν ειδικοί χώροι που μπορούν να ιαθούν. Να τους παρέχετε η καλύτερη φροντίδα ώστε να αναρρώσουν και να αισθάνονται γενικώς καλύτερα. Δεν είναι υποχρεωμένοι να φροντίσουν κανένα και να περιποιηθούν κανένα.

Όχι γιατί δεν μπορούν αλλά γιατί δε θέλουν. Έχουν υποχρεώσεις, ρουτίνα, καθημερινότητα απαιτητική που δεν μπορούν να θυσιάσουν τίποτα για να σταθούν κοντά σε ανθρώπους που χρειάζονται την άμεση ανάγκη τους. Στις μέρες μας με τη σκληρή καθημερινότητα του καθενός, εάν έχει να φροντίζει και έναν ηλικιωμένο άρρωστο άνθρωπο, τα πράγματα γίνονται σαν περιπλάνηση στην έρημο. Κουραστική και χωρίς τέλος να πλανάται.

Ίσως είναι σκληρό αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Η πραγματικότητα κι οι ανάγκες της μας κάνει ολοένα και περισσότερο αναίσθητους για τον πόνο του διπλανού. Όποιος κι αν είναι αυτός. Τον σχολιάζουμε, τον κατακρίνουμε για την αρρώστια του και την «κατάντια» του. Αλλά δεν του συμπαραστεκόμαστε. Σχεδόν ποτέ.

Γιατί όταν φεύγεις από το σπίτι πρωί κι έρχεσαι βράδυ όσο να πεις δεν έχεις αντοχή να γιατροπορεύεις κάποιον, όποιος κι αν είναι. Θες να προσφέρεις το καλύτερο αλλά δεν μπορείς. Οπότε το κάνεις με άλλο τρόπο. Για να μη σιχαθείς τον εαυτό σου. Να μη φτάσεις να διερωτάσαι «γιατί σ’ εμένα». Να το θεωρείς σταυρό και βραχνά και να μη θες να γυρίζεις σπίτι.

Χίλιες φορές καλύτερα να μεταφέρεις τον άνθρωπο σε ένα κέντρο αποκατάστασης. Παρά να σε βλέπει κι εσένα να του χαλάς τη διάθεση. Να μαραζώνεται μαζί και να μην μπορείς να τον βοηθήσεις. Να του παρέχεις ασφάλεια και φροντίδα τη στιγμή που την έχει ανάγκη γιατί δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Δεν το διάλεξε.

Να θυμάσαι, όμως, κανείς δεν επιλέγει να αρρωστήσει, του τυχαίνει. Γι’ αυτό ποτέ δεν ξέρεις ποιον μπορεί να χρειαστείς. Στα δύσκολα και στις φουρτούνες φαίνονται οι άνθρωποι με ουσία, στα εύκολα όλοι κάπου εκεί είναι. Εσύ θα επιλέξεις όμως τι άνθρωπος είσαι και τι σου λέει η συνείδησή σου. Στα δύσκολα μένεις ή φεύγεις κι εγκαταλείπεις;

 

Επιμέλεια Κειμένου Μέλανης Ανθίμου: Πωλίνα Πανέρη

 

Συντάκτης: Μέλανη Ανθίμου