Σκέψου την εικόνα που έχεις για τον ιδανικό έρωτα. Εκείνον τον μικρό θεό, τον βγαλμένο από παραμύθι. Αυτόν που αποπνέει ένα αίσθημα άνεσης και αυτοπεποίθησης. Τον έρωτα χωρίς ανασφάλειες, που δε χρειάζεται να ζοριστεί και πολύ για να σου αποδείξει ποιος είναι και τι μπορεί να κάνει, γιατί ξέρει απλά πως μπορεί. Έναν ντελικάτο, αέρινο, μυστηριώδη έρωτα που σε προκαλεί ν’ ανακαλύψεις κάθε σπιθαμή, κάθε κρυφή γωνιά του, απ’ άκρη σ’ άκρη. Όλη αυτή σου τη φαντασία λοιπόν, εμείς την πήραμε και μέσα από μια ειδική επεξεργασία, την κάναμε πόλη και την ονομάσαμε Θεσσαλονίκη. Όλα αυτά όμως, έχουν βάση στο σήμερα και στο γιατί όλοι εμείς την βλέπουμε τόσο όμορφη.

Παρ΄ όλα αυτά, οι βάσεις για τον χαρακτηρισμό ως ερωτική πόλη, ξεκίνησαν πολλά χρόνια πριν για διφορετικούς λόγους, όταν η Θεσσαλονίκη ως το σημαντικότερο λιμάνι των Βαλκανίων, αποτελούσε σταθερή επιλογή για «σ**ξoυαλικό τουρισμό» από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Παρείχε μεγάλη ποικιλία απολαύσεων για τους επισκέπτες της, μιας κι η πoρνε**α ήταν καθιερωμένη και δεδομένη την εποχή εκείνη. Έτσι, οι πολλές επιλογές σε χαμάμ, χ*σισοποτεία και στέκια ηδoν*ς γύρω από το σταθμό των τρένων και το λιμάνι, δημιουργούσαν έντονο ερωτισμό εκείνη τη περίοδο, καλωσορίζοντας θερμά κάθε νεοφερμένο που ήθελε να τα γνωρίσει καλύτερα.

Έχεις ακούσει ποτέ για τη Μπάρα; Μπάρα ονομαζόταν η παλιά συνοικία με τους οίκους ανοχής στη Θεσσαλονίκη όπου ξεκινούσε απ’ τα δυτικά της πλατείας Βαρδαρίου και έφτανε μέχρι και τον σιδηροδρομικό σταθμό. Ήταν η αντίστοιχη Τρούμπα του Πειραιά σαν να λέμε. Μιλάμε για τη γειτονιά του αγοραίου έρωτα όπου η κάθε γυναίκα είχε το δικό της σπίτι και προσέφερε τις υπηρεσίες της για πολύ λίγα χρήματα. Πολλές απ’ αυτές μάλιστα, στο σπίτι το οποίο χρησιμοποιούσαν γι’ αυτόν τον σκοπό, στέγαζαν και το νοικοκυριό τους! Σ’ αυτά τα σπίτια συναντούσες γυναίκες κάθε ηλικίας και καταγωγής, των οποίων οι πελάτες ήταν κατά κύριο λόγο στρατιώτες και ταξιδευτές που δεν έδιναν μεγάλη έμφαση στην ομορφιά και στην εμφάνισή τους.

Μεγάλο όνομα της περιόδου ο Άλκης Πέτσας, όπου είχε τον έλεγχο της περιοχής και των «σπιτιών». Είναι εύκολο να καταλάβεις τι ήταν ακριβώς ο Άλκης. Φρόντιζε ποια κορίτσια θα πάνε πού και ποια θα αποτελούσαν την «ελίτ» που θα έστελναν για την περιποίηση αριστοκρατών της Θεσσαλονίκης. Όσες κοπέλες βέβαια δεν ήταν συνεργάσιμες φρόντιζε να βρεθούν σε μια άκρη του δρόμο «τσαλακωμένες». Ο ίδιος, ήξερε καλά να παίζει με τους κανόνες της πόλης κι έτσι είχε λόγο για καθετί που χρειαζόταν «ειδική διευθέτηση» στη πόλη.

Πολλοί έβλεπαν, μα κανείς δε μιλούσε μιας και τα έσοδα εκείνη τη περίοδο για όλους ήταν εμφανώς αυξημένα και κανείς δεν έβγαινε ζημιωμένος. Θες τα ξενοδοχεία; Θες τα μπαρ και τα κάθε λογής φαγάδικα που ήταν σχεδόν μόνιμα γεμάτα; Όλοι έβγαιναν κερδισμένοι με την αύξηση του «τουρισμού» στην πόλη. Τα χρήμα έρεε άφθονο και όλοι φαίνονταν ευχαριστημένοι.

Αφορμή για να μπει ένα τέλος σ’ όλες αυτές τις πρακτικές, αποτέλεσαν διάφορα περιστατικά σεμνών κοριτσιών όπου οι «αγαπητικοί» τους, όπως λέγεται, τις εξώθησαν στη πορνεία. Πολλές μάλιστα έπεσαν και θύματα απάτης, αφού οι αγαπητικοί τους τους έταζαν γάμο με μόνο σκοπό να ανανεωθεί το προσωπικό που απασχολούνταν στους τότε οίκους ανοχής. Το 1934, η εφημερίδα Μακεδονία παίρνει θέση επί του ζητήματος και ωθεί ολοένα και περισσότερο κόσμο να ταχθεί υπέρ της «εξυγίανσης» της πόλης από την πορνεία, όπως το κατάφεραν κι άλλες πόλεις εκείνη τη περίοδο.

Έπειτα από αυτές τις δράσεις η παρακμή δεν άργησε ν’ επέλθει. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, το υπουργείο Δημόσιας τάξης, η Εκκλησία και ο ΟΗΕ, επεδίωξαν να κλείσει η Μπάρα, την οποία αποκαλούσαν «ντροπή της Θεσσαλονίκης», μ’ αποτέλεσμα τα περισσότερα «κοκκινωπά» σπίτια να κλείσουν το 1949. Κάποια από αυτά μετατοπίστηκαν κοντά στον σταθμό των τρένων ενώ άλλα έκλεισαν μια για πάντα. Η προσφορά και η ζήτηση των εύκολων αυτών απολαύσεων μειώθηκε σημαντικά κι ολοένα και λιγότεροι τα αναζητούσαν. Τα ξακουστά Λαδάδικα, όπου την ιστορία τους ερμήνευσε κι ο αθάνατος Μητροπάνος, μετατράπηκαν σε στέκια προσέλκυσης νεολαίας, αφού γέμισαν με μπαρ, καφενεία και κλαμπ. Πολύς θόρυβος για να καλύψει ένα ήδη θορυβώδες παρελθόν, θα έλεγε κανείς.

Τι κι αν έσβησε όμως το παρελθόν της; Τι κι αν πλέον τα παλιά κόκκινα σπίτια της αντικαταστάθηκαν με μπαρ, καφενεία κι απλά σπίτια; Η Θεσσαλονίκη βρίσκει νέους τρόπους ν’ αναγεννά και ν’ αναβλύζει ερωτισμό με κάθε ευκαιρία. Κουβαλά ένα βαρύ παρελθόν που δεν περνά απαρατήρητο σ’ όσους το γνωρίζουν και συνάμα σε γοητεύει γι’ αυτό που είναι τώρα. Σαν και τον έρωτα που γνώρισες. Αυτόν για τον οποίο έχεις ακούσει πολλά κι όχι τόσο κολακευτικά σχόλια για τη ζωή του, αλλά σε θαμπώνει η εικόνα του και θες να τον ανακαλύψεις. Η Θεσσαλονίκη αποκτά και θα συνεχίσει να αποκτά νέες μορφές, νέες πηγές ερωτισμού γιατί άλλωστε πάντα ήταν χαρακτηριστικό της να το κάνει. Υπάρχει γι’ αυτό, και γι’ αυτό είναι δύσκολο άλλη πόλη να πάρει τη θέση της τόσο εύκολα. Βλέπεις δεν ξέρουν πολλοί την ιστορία που κρύβει, αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζουν να την αποκαλούν ερωτική, μπορεί για άλλους λόγους, αλλά το χαρακτηριστικό της δεν το χάνει.

 

Πηγή φωτογραφίας

Συντάκτης: Νίκη Χατζηευστρατίου
Επιμέλεια κειμένου: Ζηνοβία Τσαρτσίδου