«Μόνο με παραμύθια κατακτώνται οι άνθρωποι», κι ενώ με την πρώτη ματιά μου φαίνεται πως υπάρχει ένα δίκιο σ’ αυτό που είχε πει ο Γιάννης Τσαρούχης δεν είμαι σίγουρη ότι μπορεί να έχει απόλυτη ισχύ. Χρειαζόμαστε όντως ένα παραμύθι, μια ιδανικά πλασμένη ιστορία για να πιστέψουμε κάποιον, να ηρεμήσει η ψυχή μας, να ξεκινήσουμε να την αφήνουμε για λίγο στα χέρια του. Και δεν είναι απόλυτα κακό το παραμύθι πάντα, ούτε είναι ανάγκη να κρύβει ένα ψέμα από κάτω.

Ο πρώτος καιρός ενός ζευγαριού, εξιδανικευμένος, έχει τα ωραία, τα μεγάλα τα λόγια, έχει τα «πάντα» και τα «ποτέ» των ερωτευμένων, έχει τα «σε χρειάζομαι», «σε θέλω όπως είσαι». Και τέλος, έχει «εγώ μπορώ να σε κρατήσω, να σου χαρίσω την ευτυχία που τόσο καιρό έψαχνες», που πραγματικά δεν αποτελούν ψέμματα· ίσως να το θέταμε πιο κομψά αν λέγαμε πως είναι μια καλοστημένη ιστορία, ένα παραμύθι δηλαδη από δύο ανθρώπους που παρασύρονται από τα συναισθήματά τους.

Όπως, όμως και κάθε παραμύθι, έτσι και τα πρώτα λόγια του έρωτα κρύβουν το δικό τους κακό ήρωα και δε θα μπορούσε να είναι άλλος από το «εγώ μπορώ να σε κρατήσω, μπορώ να σε κάνω ευτυχισμένο», που με μαθηματική ακρίβεια θα οδηγήσει σ’ ένα γρήγορο και, μάλλον, άσχημο τέλος αυτής της σχέσης. Δίνεται μια ανέφικτη υπόσχεση. Ξεκινώντας από το πιο απλό· αυτός που δίνει την υπόσχεση, αγνοεί τι χρειάζεται να κάνει, για να κρατήσει τον άλλον στη ζωή του και σε πόσες δοκιμασίες θα υποβάλλει τον εαυτό του για να αποδείξει ότι θα τηρήσει τα λόγια του. Από τη μια πλευρά είναι ο έρωτας που θεωρούμε ότι τα κάνει όλα δυνατά. Μπορούμε, όμως πραγματικά ν’ αποδεικνύουμε συνεχώς ότι έχουμε την ικανότητα να κρατήσουμε κάποιον στη ζωή μας, ακόμα κι αν φτάσουμε σε σημείο να χάσουμε τους εαυτούς μας;

Ξεκάθαρα όχι. Οι σχέσεις βασίζονται -ή καλό θα ήταν να βασίζονται- σε έναν συμβιβασμό που τηρεί όμως κάποια όρια. Ο αυτοσεβασμός, η ασφάλεια, η ειλικρίνεια  και το να λειτουργούμε ελεύθερα μέσα στη σχέση είναι οι βασικοί όροι του παιχνιδιού που δε θα έπρεπε ν’ αλλάζουν για κανέναν λόγο. Όταν επομένως, έχοντας παρασυρθεί από το πάθος και τον έρωτα της αρχής, δίνουμε μια τέτοια υπόσχεση, παρασυρόμαστε ταυτόχρονα και σ’ έναν συνεχή αγώνα ανοχής και συμβιβασμού, ακόμα και με άσχημες συμπεριφορές, αφού δηλώσαμε ξεκάθαρα ότι μπορούμε να τις αντέξουμε.

 

 

Ο έρωτας δε θέλει τα ψέματα, τις υποκρισίες και τη δήθεν τελειότητα που μπορεί να παρουσιάζουμε για να κερδίσουμε το αντικείμενο του πόθου μας- ας το κάνουμε σαφές. Αντίθετα αγαπάει την ειλικρίνεια, την ευθύτητα, το να δείξουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, έχοντας, όμως πρώτα προσπαθήσει να δούμε εμείς ποιοι είμαστε. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν κάποια συναισθήματα και σύνδρομα που θα ήταν προτιμότερο να μείνουν στη σκιά της προσωπικότητάς μας μέχρι να δουλευτούν από εμάς ώστε να βελτιωθούν, ή ακόμα και να αλλάξουν. Όχι, για να μη φανερώσουμε την αδύναμή μας πλευρά αλλά για να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από τυχόν χειριστικούς ανθρώπους.

Ένα από αυτά τα σύνδρομα, λοιπόν, είναι η ανασφάλεια που κρύβεται πίσω από το «μπορώ να σε κρατήσω». Είναι πασιφανές ότι αποκαλύπτουμε από την πρώτη στιγμή τη μεγάλη μας ανάγκη να κρατήσουμε τον άλλον εξαιτίας των δικών μας φόβων, της μοναξιάς, του χρόνου που περνάει, των ιδιαίτερων συνθηκών στη ζωή μας που μπορεί να μάς οδηγούν στη σκέψη ότι είναι δύσκολο να βρούμε κάποιον. «Μπορώ να σε κρατήσω, γιατί φοβάμαι πως αν σε χάσω δε θα μπορέσω ξανά να βρω κάποιον» κι αυτό πιθανόν να σχηματίζει ένα μη υγιές πλαίσιο σχέσης κι ανάπτυξης του έρωτά μας ή ένα πλαίσιο που να έχει σχηματίσει τις θέσεις του κυρίαρχου και του ευάλωτου.

Ακόμα κι αν τη σκέψη αυτήν, την προωθούμε στον εαυτό μας και στους γύρω μας ως μια δυναμική στάση, γεμάτη αυτοπεποίθηση ισχυριζόμενοι πως χρειάζεται κότσια να δηλώσουμε πως μπορούμε να κρατήσουμε τον έρωτά μας κοντά μας και να μην το αφήσουμε να φύγει σε μια εποχή ταχείας κατανάλωσης ερωτικών σχέσεων, δεν είναι έτσι στην ουσία. Η πίστη στον εαυτό μας δε χρειάζεται δηλώσεις, αποδείξεις και δοκιμασίες για να φανεί. Έτσι φαίνεται μια δήθεν αυτοπεποίθηση, που τη χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε τους φόβους μας. Η πραγματική πίστη στον εαυτό μας φαίνεται από τη δύναμή μας να δημιουργήσουμε ένα όμορφο περιβάλλον, που θα μπορούν εκεί μέσα ν’ αναπτύξουν και τα δύο μέλη τα όμορφα στοιχεία του χαρακτήρα τους. Όχι προσπαθώντας απλώς να κρατήσουμε έναν έρωτα, γιατί είναι φανερό πως δεν είναι αυτός ο έρωτας της ζωής μας. Είναι, προφανώς, η ανάγκη να καλύψουμε το κενό της μοναξιάς μας, παρακαλώντας έστω και για λίγη προσοχή.

Στον έρωτα δεν μπορούμε, λοιπόν να κρατήσουμε κανέναν και κανένας να μάς κρατήσει και πολύ περισσότερο δε χρειάζεται να το δηλώσουμε ή να πειστούμε από δηλώσεις τέτοιου είδους. Μπορούμε, όμως, να δημιουργήσουμε χώρο σταδιακά ώστε να μείνει κάποιος στη ζωή μας, επειδή θα έχει αγαπήσει αυτό που είμαστε με τις όμορφες αλλά και τις άσχημες πλευρές μας. Μπορούμε, επίσης, να μείνουμε στη ζωή κάποιου, αφού βρήκαμε πρόσφορο έδαφος ν’ αναπτυχθούμε.

Μπορούμε, ακόμα και να παθιαστούμε με ακατάλληλους θεωρητικά ανθρώπους ή κατάλληλους, αλλά να δώσουμε με αρκετό αυτοσεβασμό χώρο και χρόνο ώστε να διερευνήσουμε –έστω και με τη θολούρα του πάθους και του έρωτα- αν θα δημιουργηθεί ένα υγιές πεδίο αγάπης. Όχι ένα πεδίο μάχης «σε κρατάω να μη φύγεις ή φεύγεις για να σε κρατήσω». Και τέλος μπορούμε ν’ αγαπήσουμε ανθρώπους είτε που θα μείνουν είτε που θα φύγουν ελεύθερα – όσο κι αν πονάει το δεύτερο- όχι γιατί καταφέραμε ή όχι να τους κρατήσουμε.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Δήμητρα Παπακωνσταντίνου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου