Αποφάσισα να σου γράψω μετά από καιρό, γιατί σήμερα άκουσα ξανά τα λόγια του. Δεν ξέρω για τι ακριβώς μιλάει και ποια είναι η ιστορία του. Με νοιάζει που κάθε φορά αγγίζει μία δική μου, διαφορετική ιστορία. Άλλοτε μοιάζει με τον έρωτα που δεν τα κατάφερε, άλλες φορές με εκείνον που δεν ήθελε κι αρκετά συχνά γίνεται όμοιο με τον έρωτα που δεν έπρεπε, εκείνον τον απαγορευμένο. Ξέρεις σε τι αναφέρομαι, σου έχω γράψει ξανά γι’ αυτόν.

Φαντάζομαι πως υπάρχουν πολλές ακόμα τέτοιες ιστορίες, αλλά δεν έχω διαλέξει ακόμα ποια είναι η αγαπημένη μου εκδοχή του. Ξέρεις, πολλές φορές αυτό που μας μπερδεύει, αυτό που δεν μας προκαλεί ξεκάθαρα συναισθήματα και δεν μας αφήνει σαφή μηνύματα, είναι αυτό που μας γοητεύει κιόλας. Αυτό έχω πάθει κι εγώ μαζί του. Δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω σε τι αναφέρεται, για τι μου μιλάει, ξέρω όμως πως σίγουρα μου ψιθυρίζει κάτι. Λόγια που είναι γραμμένα πίσω απ’ όσα ακούγονται. Καταφέρνει να με ταξιδεύει πάντα, δεν μπορώ να θυμηθώ μία φορά από τότε που γνωριστήκαμε, που δεν τα κατάφερε μαζί μου.

Όταν έφτασαν οι λέξεις του για πρώτη φορά στ’ αφτιά μου, στην εφηβεία ακόμα, ταξίδευα σ’ εκείνον τον ανεκπλήρωτο έρωτα που τελικά υπήρξε μόνο για να δίνω μορφή στα τραγούδια. Θυμάσαι πόσες φορές σου έγραφα για εκείνον, μεγάλα λόγια και δηλώσεις, σαν να είχα μάθει απ’ έξω τον έρωτα, όπως τα μαθήματά μου; Εκεί με ταξίδευε τότε και συναντούσα κι άλλους τέτοιους έρωτες, που έμειναν μισοί. Λες και δεν υπήρχε άλλος δρόμος γι΄αυτούς και μάλλον δικαίως δεν υπήρχε. Κάποιος λόγος θα υπάρχει που ποτέ κανείς του, εκεί δεν πήγε.

Μεγαλώνοντας, μαζί του ταξίδεψα στον έρωτα που δεν τα κατάφερε, δεν πρόλαβε. Θυμάμαι τότε έκανα καιρό να σου γράψω, δεν έβγαιναν οι λέξεις, αγκομαχούσα για να γράψω μία συλλαβή. Μόνο εκείνος ήξερε καλά τι να πει. Χωρίς να ρωτήσει ποτέ το λόγο, γιατί δε χρειάζεται τελικά να δίνουμε σε όλα μία εξήγηση. Αυτός ο έρωτας καθρεφτίζει εκείνο το νησί, που είναι λαμπερό, μα δε φτάνεις εύκολα. Είναι εκείνα τα φώτα που αναβοσβήνουν και κάποιοι λένε ότι είναι οι κορφές του παραδείσου. Μάλλον γιατί μοιάζει με εκείνον τον έρωτα που δεν έζησα, μα φάνταζε ονειρικός. Δεν μπόρεσα να εμφιαλώσω το αλμυρό νερό που μας χώριζε κι έτσι γράφτηκα κι εγώ ανάμεσα σε εκείνους τους πολλούς. Δεν κατάφερα να προβλέψω τη θάλασσα, δεν έφτασα σ’ εκείνο το νησί, όσο κι αν το πεθύμησα.

Όταν άρχισα να καταλαβαίνω τι σημαίνει στ’ αλήθεια έρωτας, αν υπάρχει άνθρωπος που τον κατάλαβε ποτέ, το ταξίδι μου σε αυτή τη μελωδία με έφτανε στη σκιά του απαγορευμένου. Κάθε φορά, ένα βήμα πιο κοντά και ο δαίμονας παραμόνευε για να λιμάρει λίγο ακόμα το σχοινί. Το σχοινί αυτού του έρωτα είναι καταδικασμένο να κοπεί και θα κοπεί, δίχως προειδοποίηση.

Όπως και να ‘χει, όποια μορφή κι αν του ταιριάζει, όποια ιστορία κι αν ήταν η έμπνευσή του, κάθε του λέξη είναι μία εξομολόγηση, μία εξομολόγηση στο κενό, χωρίς παραλήπτη, θέλει μόνο να ακουστεί. Να ακουστεί αυτή η βίαιη διαδρομή ανάμεσα στον παράδεισο και στην κόλαση, να ακουστεί αυτό το θαμπό ταξίδι στο ποθητό νησί, να νιώσει έστω κι ένας αυτό το πέρασμα, αυτήν τη γνωριμία, αυτήν την ανάσα.

Μόλις ανακάλυψα τη λέξη που ταιριάζει δίπλα του, ανάσα. Κρατώ πάντα την ανάσα μου καθώς ακούω τις πρώτες νότες κι ας μην έχω ιδέα σε ποιο πεντάγραμμο ανήκουν. Όσο προχωράνε οι λέξεις του, η ανάσα μου βαραίνει και το βλέμμα μου σκορπίζεται. Στο τέλος όμως φτάνει πάντα, μα πάντα στη λύτρωση. Έτσι παίρνω μία βαθιά ανάσα, απ’ αυτές που ξεφορτώνεσαι με προθυμία. Μου υπενθυμίζει πως όποια κι αν είναι η αλήθεια του, όποια δική μου ιστορία κι αν αγγίζει, ένα πράγμα έχει σημασία στο τέλος: οι ανάσες που θα μετρήσουμε, οι ανάσες που θα ξεχάσουμε κι όσες μας άφησαν οι άνθρωποι γύρω μας.

«Να αφήσεις μία ανάσα στη ζωή μου». Κι εκεί σταματούν κι αρχίζουν όλα. Απ’ τη στιγμή που αφήνουμε τους ανθρώπους να ανασάνουν στη ζωή μας, σαν να μην υπάρχει κόλαση, σαν να μην αγωνιούμε για την είσοδό μας στον παράδεισο, αρκεί να μοιραστούμε ανάσες και στιγμές με όσους θέλαμε και θέλησαν.

«Και είναι λέω ο παράδεισος για ‘μας, αγάπη μου μικρή, να μοιραζόμαστε τούτη την κόλαση μαζί». Στην τελευταία ανάσα, ακούγεται αυτό και κάπως έτσι ξεχνάω όσα σου έχω γράψει μέχρι τώρα. Ξεχνάω το σωστό, μα κυρίως το λάθος. Κρατάω το «μαζί» κι ας είναι η πιο μετέωρη ευχή που ηχεί σε ένα κενό χρόνου. Ελπίζω οι σελίδες σου να μη βαρέθηκαν αγαπητό μου ημερολόγιο, γιατί θα το ακούσουμε ακόμα μία φορά απόψε.

 

Υ.Γ.: Για την ιστορία, Ο Χρήστος Θηβαίος ερωτεύτηκε πολύ μια γυναίκα, που για καιρό προσπαθούσε να βγει μαζί της, αλλά εκείνη δεν ήθελε. Όταν επιτέλους δέχτηκε, πήγε στο εστιατόριο και την περίμενε, εκείνη όμως δε φάνηκε. Είχε ένα ατύχημα με το αυτοκίνητό της καθώς πήγαινε να τον συναντήσει και πέθανε. Και κάπως έτσι, γράφτηκε αυτό το τραγούδι- ανθόκηπος με πολλά και διαφορετικά λουλούδια που δεν θα χάσει ποτέ το άρωμά του.

 

 

Συντάκτης: Ελεάννα Μαυροπούλου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου