Χαμόγελα, σκιρτήματα, πεταλούδες στο στομάχι. Φλερτ, έρωτας, αγάπη. Ξέρεις πως επιτέλους είσαι αυτό που πάντα ονειρευόσουν να γίνεις. Ένας άνθρωπος πλήρης, ένας άνθρωπος ευτυχισμένος, δεσμευμένος, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ελεύθερος, ένας άνθρωπος που έφυγε απ’ τη μοναχικότητα και πήγε στη μοναδικότητα.

Στη μοναδικότητα ενός «εμείς» που πλέον είναι συνυφασμένο με την ύπαρξή σου, γιατί σε γεμίζει, σε καλύπτει, σε συμπληρώνει κι έτσι σε ολοκληρώνει. Στη μοναδικότητα εκείνης της μιας αγκαλιάς που δε θα άλλαζες για τίποτα στον κόσμο, εκείνων των βλεμμάτων που σε έχουν καταλάβει πριν καν να μιλήσεις, εκείνης της μίας φωνής που μοιάζει να μιλά πια στο μέσα σου.

Αγαπάς κι αγαπιέσαι. Δίνεις, δίνεσαι, δένεις και δένεσαι. Ένα παιχνίδι που όσο νομίζεις ότι το ελέγχεις, άλλο τόσο σε ελέγχει κι εκείνο, εκμεταλλευόμενο μύχιες ανάγκες σου, καλά κρυμμένα απωθημένα, φοβίες κι επιθυμίες.  Αντάλλαξες την ασφάλεια του γνώριμου «εγώ» σου για εκείνη τη σχέση που όσο λίγο ή πολύ κι αν κρατήσει, θα ξέρεις πως ήταν απ’ τα ομορφότερα πράγματα που έζησες ποτέ.

Δάκρυα, νεύρα, κόμπος το στομάχι. Διαφωνίες, κόντρες, τσακωμοί. Ξέρεις πως πλέον είσαι αυτό που πάντα φοβόσουν να μη γίνεις. Ένας άνθρωπος μισός, ένας άνθρωπος δυστυχισμένος, δεσμευμένος κι ανελεύθερος, ένας άνθρωπος που έφυγε απ’ τη μοναδικότητα και πήγε στην πλήξη. Στην πλήξη ενός «εμείς» που πλέον σε αφήνει όλο και πιο μόνο, λίγο πιο άδειο κι άλλο λίγο μέχρι που σε αποτελειώνει. Στην πλήξη εκείνης της μιας αγκαλιάς που έγινε ξένη, που δεν τη νιώθεις και μάλλον δε σε νιώθει, εκείνων των βλεμμάτων που στάζουν μίσος, μετάνοια, αδιαφορία, εκείνης της μιας φωνής που την έχεις ακούσει να σου μιλάει με τις χειρότερες λέξεις.

Απομακρύνεις κι απομακρύνεσαι. Και τώρα; Τι κάνεις τώρα που το παιχνίδι αντί να το παίξεις, σε έπαιξε; Τι κάνεις τώρα που ξεβολεύονται όλα όσα είχαν καλά στριμωχτεί σε καθημερινότητες, συνήθειες και γνώριμα εδάφη; Τι κάνεις τώρα που η επιστροφή στο «εγώ» σου μοιάζει τόσο ανασφαλής όσο κι η ίδια η σχέση σου;

Ή μένεις κι ελπίζεις ή φεύγεις κι αλλάζεις. Διαλέγεις εκείνον τον ένα δρόμο που μακροπρόθεσμα πιστεύεις ότι θα σε κάνει πιο ευτυχισμένο. Βραχυπρόθεσμα έτσι κι αλλιώς ό,τι κι αν διαλέξεις, τα συναισθήματα θα είναι ίδια. Είτε μείνεις είτε φύγεις, τον πρώτο καιρό θα νιώθεις μοναξιά, θα νιώθεις μπερδεμένος, χαμένος κάπου ανάμεσα στο σημείο που περίμενες να είστε και στο σημείο που τελικά καταλήξατε. Πεποίθηση και πραγματικότητα θα βρίσκονται κάπως σε κόντρα, μέχρι να μπορέσεις να συμβιβαστείς πως η ζωή δεν στα ‘φερε όπως νόμιζες και προσδοκούσες.

Αν μείνεις, βάλε όρια. Όχι στους άλλους, όρια σε σένα. Μείνε, γιατί πιστεύεις σε εσάς, γιατί θες να το προσπαθήσεις άλλο λίγο, γιατί το αξίζετε, αλλά προσδιόρισε το πόσα και μέχρι πότε θα ανεχτείς. Μείνε, γιατί θες να τα ‘χεις καλά με τον εαυτό σου, ότι το πάλεψες, ότι δεν εγκατέλειψες, ότι έκανες ό,τι μπορούσες, αλλά μάθε να ξεχωρίζεις πότε το παιχνίδι είναι χαμένο.

Αν φύγεις, βάλε στόχους. Όχι για νέους έρωτες, στόχους για σένα. Όσο κι αν σε τραβάει η συνήθεια εκείνου του «εμείς» που απέτυχε, φτιάξε ξανά τη ζωή σου μόνος και κάνε υπομονή μέχρι να σου φύγει εκείνη η αίσθηση πως θα ακούσεις τα κλειδιά του στην πόρτα, πως θα σερβίρεις δυο κούπες καφέ το πρωί, πως θα γυρίσεις και θα ‘ναι εκείνος στην άλλη πλευρά του κρεβατιού.

Όταν λυγίζεις, θυμήσου εκείνες τις φορές που πήρες τα κλειδιά κι έφυγες, γιατί δεν άντεχες ούτε να τον βλέπεις, εκείνες τις φορές που απ’ τα νεύρα σου ήθελες να πετάξεις την κούπα στο πάτωμα, εκείνες τις φορές που δεν πήγαινες να ξαπλώσεις στο κρεβάτι, γιατί δεν ήθελες να είστε μαζί.

Θα σου λείπουν τα καλά και θα ξεχνάς τα κακά. Έτσι γίνεται πάντα. Αλλά σου αξίζει να γελάς και νιώθεις πλήρης. Κι αν αυτό δεν μπόρεσε να στο δώσει εκείνος ο άνθρωπος, δε σημαίνει πως δεν μπορείς να το δώσεις εσύ στον εαυτό σου. Στο κάτω-κάτω κανείς δε μας χρωστάει τίποτα. Εμείς μας χρωστάμε τα καλύτερα!

Συντάκτης: Εβίτα Λυκούδη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη