Χαμόγελα διαρκείας, κουβέντες μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες, πειράγματα, χαχανητά, συζητήσεις με αφορμή το τίποτα κι επιθυμία το πάντα, βόλτες για απογεύματα που κρατούν μέχρι τις δύο, ξενύχτια μόνο για δύο, δευτερόλεπτα με ήχους χαράς, ενθουσιασμού, έρωτα, πάθους, ώρες που περνούν γρήγορα, γιατί περνούν γεμάτες.

Λέμε, λέμε, λέμε και πάντα υπάρχει κάτι ακόμα που δεν είπαμε, κάτι ακόμα που δε μοιραστήκαμε, κάτι που θέλουμε τόσο να ειπωθεί και κάτι που ίσως δεν πρέπει, αλλά εκδηλώνεται πριν το συνειδητοποιήσουμε. Όλα αυτά γιατί τους θέλουμε και γιατί μας θέλουν. Γιατί είναι στη ζωή μας, στο μυαλό και στο κορμί μας, γιατί κυριάρχησαν εκεί που άλλοτε κέρδιζε η μοναξιά. Γιατί έφεραν τη φασαρία εκεί που επικρατούσε σιωπή.

Και ξαφνικά πάλι σιωπή. Ανάμεσα σε γουλιές καφέ, ανάμεσα σε χάδια, ανάμεσα σε τσιγάρα, γέλια που τα διαδέχονται βουβά βλέμματα, λόγια μένουν μετέωρα στην ησυχία. Στιγμές που δεν έχουμε κάτι να πούμε, που δε θέλουμε, που δεν μπορούμε, που δεν ξέρουμε, στιγμές που αφηνόμαστε να κοιτάζουμε, να σκεφτόμαστε, να χαζεύουμε, να ηρεμούμε. Γιατί; Έφυγε ο έρωτας; Πέταξε ο ενθουσιασμός; Βαρεθήκαμε, υπερβάλαμε κι αδειάσαμε έτσι απότομα, ξεμείναμε από ενέργεια, κουράσαμε και μας κούρασαν; Τι κάναμε λάθος; Και τώρα ποιος θα μιλήσει πάλι; Απομακρυνόμαστε;

Ο έρωτας είναι σιωπηλός. Ο έρωτας είναι ανομολόγητος. Δεν περιγράφεται με λέξεις, δε χωράει σε μακρόσυρτες προτάσεις. Ο έρωτας γεννιέται μόνος, στη σιωπή του μυαλού και φουντώνει πάλι στη σιωπή, σε σκέψεις που αναστατώνουν, σε βράδια αξημέρωτα στο μονό σου κρεβάτι κοιτάζοντας απλά το ταβάνι κι αναστενάζοντας μόνος, στη σιωπή όλων των μηνυμάτων που πληκτρολόγησες, αλλά δεν έστειλες, στη σιωπή όσων δεν παραδέχεσαι ούτε στον ίδιο σου τον εαυτό, στα άηχα ηλεκτρισμένα αγγίγματα.

Φοβάσαι τη σιωπή, γιατί είναι δυσερμήνευτη. Γιατί δε σου λέει αυτά που θες να ακούσεις, γιατί δε σε διαβεβαιώνει γι΄αυτά που θες να νομίζεις πως ισχύουν και γιατί δε σε διαψεύδει γι’ αυτά που τρομάζεις πως συμβαίνουν. Φοβάσαι τη σιωπή, γιατί έχεις μάθει να πηγαίνεις με το μυαλό, έχεις μάθει να επεξεργάζεσαι τις πληροφορίες με το κεφάλι, αλλά κάπου εκεί μέσα υπάρχει και μια καρδιά, μια ψυχή, ένα ένστικτο. Κι αυτά ξέρουν πολύ καλά από σιωπές, ξέρουν από αυτά που δε λέγονται, αλλά από αυτά που διαισθάνονται.

Φοβάσαι τη σιωπή, γιατί είναι μυστήρια, γιατί αυξάνει την πιθανότητα λάθους, γιατί δε δίνει εξηγήσεις και προκαλεί παρεξηγήσεις, γιατί έμαθες να πιστεύεις πιο πολύ αυτά που σου λένε οι άλλοι, παρά αυτά που εσύ λες στον εαυτό σου. Σκέφτηκες, όμως, πως ίσως η σιωπή σας δένει; Γιατί τότε μόνο μπορείτε να εκφράσετε όσα με λόγια δε γίνεται να πείτε; Γιατί τότε και μόνο τότε αφήνετε τα σώματα, τα βλέμματα, τους παλμούς και τις ανάσες σας να γίνουν ένα; Όταν σταματούν οι κουβέντες δε σταματά ο έρωτας. Κι όπου υπάρχουν κουβέντες δεν υπάρχει κι έρωτας αναγκαστικά.

Όπως δικές σας είναι οι συζητήσεις, δικές σας είναι κι οι σιωπές. Μάθε να ακούς τον άλλον όταν δε σου μιλά και μίλησέ του χωρίς να σε ακούει. Η σιωπή δεν είναι αδυναμία. Είναι ήρεμη δύναμη. Μην την παίρνεις σαν αμηχανία. Δες την σαν ευκαιρία. Ευκαιρία να δείξεις και να δώσεις, να αφουγκραστείς και να αισθανθείς, να πάρεις ανάσες και να εκφράσεις πάθος, να τον αφήσεις να δει αυτά που ποτέ δεν του είπες και να σου εξηγήσει αυτά που με λόγια ίσως και να παρερμήνευες.

Αφέσου. Αυτό θέλει η σιωπή και γι’ αυτό την αποφεύγεις, τη συγκαλύπτεις. Γιατί φοβάσαι πως δεν την ελέγχεις τόσο καλά όσο τα λόγια σου. Κι αν νομίζεις πως η σιωπή μπορεί να σας απομακρύνει, θυμήσου πόσες φόρες κατέστρεψες ή σε κατέστρεψαν με λόγια και τότε ίσως συνειδητοποιήσεις ότι ο κίνδυνος κρύβεται στο ψέμα του μυαλού κι όχι στην αλήθεια της καρδιάς σου.

 

Συντάκτης: Εβίτα Λυκούδη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη