Article of the day: Η Σίσσυ Γεωργίου μας εξηγεί γιατί ο έρωτας είναι το κερασάκι στην τούρτα κι όχι η τούρτα ολόκληρη. Δες εδώ!

%cf%82%ce%b5%cf%81%cf%84%ce%b7%cf%85

Ξημέρωσε άλλη μια μέρα από εκείνες που το σώμα σου αρνείται πεισματικά να σηκωθεί από το κρεβάτι. Με τα πολλά ζόρια ξεκινάς να ετοιμάζεσαι για να πας επιτέλους στη δουλειά. Φτάνοντας στον προορισμό σου, όλα σε ενοχλούν: από την καλημέρα των συναδέλφων μέχρι και τις εκκρεμότητες που σου έχουν αναθέσει και σε κάθε καινούργιο project αντιδράς βαρυγκομώντας. Σαν να μη φτάνουν τα παραπάνω, στους πιο κοντινούς σου ανθρώπους οι μόνες λέξεις που επικοινωνείς είναι η κόπωσή σου κι η δυσκολία σου να ανταπεξέλθεις. Κάνεις μια έσχατη προσπάθεια να φτιάξεις τη διατροφή σου και να πάρεις τις απαραίτητες βιταμίνες αλλά ακόμα  κι αυτό δε φαίνεται να λειτουργεί.

Δεδομένου ότι υπό κανονικές συνθήκες δε συνηθίζεις να παραπονιέσαι και να εκπέμπεις αρνητική ενέργεια, αναρωτιέσαι συνεχώς τι σου έχει συμβεί δίχως  να βρίσκεις απάντηση. Τα ρίχνεις στη δουλειά σου, τα ρίχνεις στη μοναξιά σου, στο ταίρι σου, στην οικογένειά σου ακόμα και στο ίδιο σου το μυαλό. Αυτό ίσως είναι κι αυτό που σε κουράζει περισσότερο: δεν ψάχνεις να βρεις τον τρόπο να ξεκουράσεις τον ταλαιπωρημένο σου οργανισμό αλλά αντιθέτως τον επιβαρύνεις με πρόσθετες σκέψεις οι οποίες μόνο κακό σου κάνουν. Όπως όμως και σ’ όλα τα πράγματα στη ζωή, έτσι και στη δική σου περίπτωση, η απάντηση είναι απλή. Έχεις φτάσει στα όριά σου και δεν έχεις το κουράγιο να δώσεις τίποτα παραπάνω σε κανέναν από τους τομείς της ζωής σου. Είναι αυτό που λέμε πως το ποτήρι ξεχείλισε κι ακόμα μία τόση δα σταγονίτσα είναι ικανή να σε κάνει να καταρρεύσεις.

 

 

Σ’ αυτό το σημείο καλό είναι να κάνεις ένα βήμα πίσω να πάρεις λίγο χρόνο να ηρεμήσεις και ν’ αναλογιστείς το εξής απλό: μήπως αντί να δουλεύεις για να ζεις, ζεις για να δουλεύεις; Από μόνη της αυτή η συνθήκη είναι ικανή να δημιουργήσει το λεγόμενο «job burn out», το λεγόμενο σύνδρομο επαγγελματικής εξουθένωσης. Αν και πλέον στις μέρες μας είναι γεγονός πως οι ώρες εργασίας, καθώς και οι υποχρεώσεις μας, ολοένα κι αυξάνονται, δεν είναι απαραίτητο να μας βγάζει εκτός ορίων. Χρειάζεται να πάρουμε ως δεδομένο πως ο κάθε άνθρωπος έχει τους δικούς του ρυθμούς και τα δικά του όρια και καλό είναι να μην παραδειγματιζόμαστε από άλλους ως προς την αντοχή τους καθώς και την ανοχή τους σε εξουθενωτικά ωράρια. Εξ άλλου δεν ακολουθούμε όλοι το ίδιο μονοπάτι, ο καθένας μας έχει τους δικούς του στόχους και τις δικές του προσωπικές προσδοκίες.

Το σημαντικό όμως σ’ αυτή την κατάσταση είναι πως δε συνειδητοποιούμε τι ακριβώς μας έχει συμβεί με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουμε πώς να το διαχειριστούμε. Τα σημάδια είναι αρκετά εμφανή και χαρακτηρίζονται συνήθως από την άρνηση να σηκωθούμε το πρωί από το κρεβάτι, την αίσθηση πως η ώρα δεν περνάει στη δουλειά, την έλλειψη παραγωγικότητας. Και στον σωματικό τομέα υποφέρουμε από αϋπνία ή υπνηλία, μηδενικό ερωτισμό, ενώ συχνά αντί να μειώνουμε ρυθμούς, η εργασιομανία έρχεται να γίνει αντιστάθμισμα των αρνητικών συναισθημάτων που βιώνουμε όπως η θλίψη, ο θυμός ή η μελαγχολία.

Αφού συμφωνήσουμε πώς η δουλειά παίζει κυρίαρχο ρόλο στην εξουθένωση, αρκετές φορές παρατηρείται πως η συναισθηματική εξουθένωση αποτελεί ένα συνονθύλευμα πολλών πραγμάτων και σαφώς είναι πιθανό να υφίσταται. Δεν είναι λίγες οι φορές που «για το καλό σου», έρχονται οι πιο κοντινοί σου άνθρωποι και σου υποδεικνύουν πώς θα ζήσεις τη ζωή σου επιβαρύνοντάς σε με σκέψεις και προβληματισμούς που δεν είναι καν δικοί σου. Ελεγκτικοί άνθρωποι συνήθως αποσκοπούν να σε νουθετήσουν, πατώντας αρκετά από τα προσωπικά σου όρια δίχως να το αντιλαμβάνεσαι άμεσα και μετά κάτσε εσύ και σκέψου πώς γίνεται κι έχει απορροφηθεί έτσι όλη σου η ενέργεια. Δε λέω, σε καλό αποσκοπούν αν κι εφόσον έχει ζητηθεί η γνώμη τους. Ωστόσο καμιά φορά οι άνθρωποί μας θέλοντας να κάνουν καλό καταλήγουν να μας βλάπτουν.

Θα έρθουν πολλοί παράγοντες που οδηγούν στην παραπάνω κατάσταση, άλλοι λιγότερο κι άλλοι περισσότερο εμφανείς. Στόχος όμως δεν είναι ν’ αναλωθούμε σ’ αυτό. Αντιθέτως, στόχος είναι να βρει ο καθένας μας τον τρόπο με τον οποίο θα αισθάνεται και να μπορεί να πατάει παύση, διαγραφή ή κι επανέναρξη όταν νιώθει ότι το χρειάζεται. Η απάντηση βρίσκεται κάπου μπλεγμένη μέσα μας. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να φροντίσουμε να μη φτάσουμε στο μπαμ για να καταλάβουμε πως μάλλον έπρεπε να δούμε την κατάσταση αλλιώς.

 

Θέλουμε και τη δική σου άποψη!

Στείλε το άρθρο σου στο info@pillowfights.gr και μπες στη μεγαλύτερη αρθρογραφική ομάδα!

Μάθε περισσότερα ΕΔΩ!

Συντάκτης: Ειρήνη Μπισιώτη
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου