Συνήθως περνάει απαρατήρητη. Με το βλέμμα καρφωμένο στα πόδια, μην τυχόν τα βήματά της μπερδευτούν και πέσει. Δε μιλάει πολύ, η φλυαρία δεν την χαρακτήριζε ποτέ κι ας έχει τόσα να πει. Αν είχε στόμα θα προτιμούσε το χρησιμοποιεί μονάχα για να χαμογελάει μήπως ακόμα κι από τρυφερότητα άθελά της πονέσουν τα λόγια της. Θέλει να τη δέχονται και να την καταλαβαίνουν. Μα την αγνοούν οι περισσότεροι και κάποιοι τη βλέπουν αλλά την προσπερνούν. Πάντα ονειρεύονταν να βρει μια ψυχή και να φωλιάσει. Εκεί θα έκανε τα πρώτα της θαύματα και θα ονόμαζε το σπίτι της βάθος κήπος. Η πόρτα της θα ήταν πάντοτε ανοιχτή.

Πάντα αθόρυβη και διακριτική, φοβάται μην ενοχλήσει. Τις προάλλες κάποιος την κορόιδεψε. Εκείνη όμως δεν έδωσε σημασία. Ποτέ της δεν την ένοιαζε η γνώμη των άλλων, ούτε και τα φανταχτερά υφάσματα. Προτιμά να ντύνεται με πράξεις όμορφες. Αυτό την κάνει πανέμορφη. Μα αν δεν την πλησιάσεις και δε γίνεις ένα μαζί της δεν μπορείς να το αντιληφθείς. Όχι πως υποτιμά τη νοημοσύνη σου. Μα θέλει μεγαλείο ψυχής για να γνωρίσεις την καλοσύνη.

Πάντα οι φίλοι της ήταν παιδιά. Χαιρόταν να ταξιδεύει μέσα στα αθώα παιχνιδιάρικα μάτια τους, γαλήνευε ζώντας στις σκέψεις τους, στον απονήρευτο νου τους. Θα επιθυμούσε να μπορούσαμε όλοι να δούμε μέσα από εκείνα τα μάτια. Να γνωρίσουμε την αισιόδοξη άποψη του κόσμου, ειδικότερα μία που προέρχεται από την απουσία αδικίας της πονηριάς και του δόλου.

Κάποτε ξενύχτησε παρέα με έναν αδέσποτο σκύλο. Χάζευε τους περαστικούς, τα βιαστικά τους πατήματα και τα γεμάτα περιφρόνηση βλέμματά τους. Μαζί του δήλωνε μια αβάσταχτη λαχτάρα να είναι μέλος μιας οικογένειας. Εκεί συνάντησε και την πίστη. Κανένας στον κόσμο δεν ήταν πιο αγαπημένος της από αυτό το αδέξιο μικρό τετράποδο. Πόσο ένιωθε μαζί του ο εαυτός της.

Κάποτε την πλησίασε κάποιος ο οποίος ζητούσε αποδείξεις για εκείνη. Ισχυριζόταν πως δεν την είχε συναντήσει ποτέ για να μπορέσει να δει το μεγαλείο της. «Κι’ όμως ήμουν πάντοτε κοντά σου», του αποκρίθηκε. Ήμουν πίσω από εκείνο τον άγνωστο που μοιράστηκε μαζί σου την ομπρέλα του για να μη βραχείς από την ξαφνική καταιγίδα. Κρύφτηκα πίσω από εκείνη την ζεστή ζακέτα που σου πήραν οι γονείς σου με τα τελευταία τους χρήματα. Κάθισε να ξαποστάσω την ώρα που η δασκάλα σε πήρε απ’ το χέρι για να σε σηκώσει όταν έπεσες και χτύπησες τα γόνατά σου. Δεν είναι δυνατόν να μη θυμάσαι όλα εκείνα που φανερώθηκαν μπροστά σου για να σε φροντίσουν όταν το είχες ανάγκη. Όλα εκείνα τα μικρά θαύματα που δίνουν αξία στις στιγμές μας και τις κάνουν να διαφέρουν.

Εκείνη έμαθε στους γονείς να αγαπούν. Να βλέπουν το καλό σε καθετί που το παιδί τους κάνει. Έμαθε και στις γιαγιάδες και τους παππούδες να λατρεύουν τα εγγόνια τους και να διδάσκουν στους νέους τη σοφία που αποκόμισαν όλα αυτά τα χρόνια. Σε μαθαίνει να απαντάς με αγάπη ακόμα και στην κακία, σε τρέφει πριν καν πεινάσεις. Είναι απλόχερη γύρω σου, αρκεί να βγάλεις τις παρωπίδες σου και να τη γνωρίσεις μέσα στα πλήθη.

Ήταν παρούσα όταν η αλλαγή έγινε από μέσα σου. Θυμάσαι εκείνη τη μέρα που όλα πήγαιναν στραβά; Έτρεμες από τα νεύρα, φώναζες, μιλούσες απότομα σε όποιον συναντούσες, έριχνες παντού ευθύνες. Χωρίς καν να την προσκαλέσεις ξεγλίστρησε κρυφά και σου θύμισε πως αν ανοίξεις εκείνο το φωτεινό σημείο του κόσμου σου που έχεις ξεχασμένο και σκοτεινό, θα δεις με τα μάτια σου τα πράγματα να αλλάζουν. Κι έτσι έγινε. Αποκαλύπτοντας την ηρεμία που ήταν θαμμένη, κατεύνασες τον θυμό σου, άλλαξες την όψη σου, μαλάκωσες τους τόνους σου, ζήτησες συγνώμη, άκουσες τι είχαν να σου πουν οι άλλοι, παραδέχτηκες, μετάνιωσες και στο τέλος χαμογέλασες αφού τη γνώρισες πια.

Η καλοσύνη ξεχύνεται μέσα από αγκαλιές. Καλημερίζει πάντα όταν σε συναντήσει. Κάνει παρέα μ’ εκείνους που δείχνουν προθυμία να σου δώσουν τη θέση τους στο λεωφορείο, σε όσους σου προσφέρουν βοήθεια, κυρίως όταν δεν το ζητάς. Θα ήταν ανόητο να περιμένει ανταλλάγματα. Άλλωστε δεν τα χρειάζεται. Καταστρέφεται από την ζήλια και τον εγωισμό, κουράζεται σαν να γερνάει. Γαλουχείται και ζει μέσα στις αλώβητες ψυχές. Σ’ εκείνους που νοιάζονται και προσέχουν τις λεπτομέρειες. Σε αυτούς που αγαπούν να μεταδίδουν το έργο της χωρίς προσπάθεια, μα αβίαστα.

Συντάκτης: Μαίρη Νταουξή
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου