Ο θεμελιωτής της Αναλυτικής Ψυχολογίας, Καρλ Γιουνγκ, είχε πει: «Η συγχρονικότητα είναι μια, πάντα παρούσα, πραγματικότητα για εκείνους που έχουν τα μάτια να τη δουν.» Όμως, οι περισσότεροι όντως δεν έχουν μάτια για να την αντιληφθούν και να της δώσουν τη σημασία που της αρμόζει, πιστεύοντας ότι όλα εκείνα τα απλά σπαρμένα γεγονότα της ζωής τους, δεν είναι τίποτα παραπάνω από μικρές τυχαίες συμπτώσεις μέσα στη ροή του φαύλου χρόνου. Όσοι όμως είναι συχνοί διαβάτες στα σοκάκια του εσωτερισμού, λένε ότι η συγχρονικότητα ενώνει με μια ανομολόγητη μαγική δύναμη, τη νόηση με την πραγματικότητα. Συμφιλιώνει τις βαθιές επιθυμίες με την εκπλήρωσή τους.

Είναι ασυνήθιστο λοιπόν, όταν συναντάς στις αποβάθρες του τρένου, ανάμεσα σε εκείνους τους βιαστικούς επιβάτες, έναν ξένο που σου κινεί την προσοχή καθώς κινείται αργά προς το μέρος σου. Τον κοιτάζεις απαλά μα διερευνητικά, προσφέροντάς του ευγενικά τη θέση σου. Μα εκείνος θα κουνήσει αρνητικά το κεφάλι, σιγοψιθυρίζοντας αργά ένα σιωπηλό ευχαριστώ και θα σταθεί δίπλα σου. Θα τον παρατηρήσεις, καθώς η φιγούρα του οριοθετεί το χώρο γύρω του. Πρόσωπο αυλακωμένο με ρυτίδες εμπειρίας, χαμόγελο ξεχασμένο κάπου μακριά, μάτια ευφυή, που δεν αφήνουν το βλέμμα του να σκαρφαλώσει πάνω σου.

Το παράδοξο όμως είναι, ότι αυτόν τον άγνωστο άνθρωπο ανάμεσα στους εκατοντάδες που είδες χθες, την άλλη μέρα τον συναντάς στο κατώφλι του γραφείου σου, σε μια και μοναδική επαγγελματική συνάντηση, προγραμματισμένη από καιρό. Εννοείται ότι δε σ΄ αναγνωρίζει, εννοείται ότι δε σε θυμάται γιατί ποτέ δε σου έδωσε σημασία. Εσύ όμως παγώνεις, όταν τον βλέπεις ξανά μπροστά σου, γιατί αναλογίζεσαι ότι κάποιος άλλος είναι εκεί κοντά σου και φροντίζει να ενώνει για σένα, τις ασύνδετες, χαμένες, μα ουσιαστικές στιγμές του χωροχρόνου σου. Εκείνες τις στιγμές, που ξέρεις ότι εμφανίζονται ομόχρονα και συμπτωματικά, χωρίς άδηλη και σαφή αιτία, αλλά πάντα με ξεχωριστό νόημα και ουσία.

Μετά είναι εκείνοι οι δρόμοι, που το όνομά τους σου θυμίζει εκείνους τους ιδιαίτερους ανθρώπους που σε καθορίζουν και σε σημαδεύουν χωρίς οι ίδιοι να το αντιλαμβάνονται κι ίσως, χωρίς να το ανακαλύψουν και ποτέ. Εκείνες οι πινακίδες, που φαντάζουν αγέρωχα ριζωμένες στην άσφαλτο, φλερτάροντας κάθε βράδυ κάτω από τους θολερούς φανοστάτες, με τα οδικά σήματα, εκείνα τα κόκκινα απαγορευτικά κι εκείνα τα μπλε του αδιεξόδου. Κι εσύ πιστεύεις βαθιά μέσα σου, ότι βρίσκονται εκεί καρφωμένες μόνο και μόνο για να σου ταλανίζουν το μυαλό με το όνομα εκείνων των ιδιαίτερων ανθρώπων σου.

Κι όταν οι φίλοι σου σε καλούν σε συναντήσεις, διαπιστώνεις ότι σου κλείνουν ραντεβού σε διαφορετικές πόλεις αλλά πάλι σε δρόμους με τα ίδια ονόματα. Θυμάσαι επίσης, όταν πήγες σ΄ εκείνη την επαγγελματική συνάντηση με σκοπό ν΄ αλλάξεις δουλειά και διαπίστωσες με έκπληξη για άλλη μια φορά, ότι εκείνος ο δρόμος ανέγραφε στην κόκκινη πινακίδα του, πάλι το ίδιο όνομα. Λες να ήταν πάλι ένα μήνυμα που σου έστελνε εκείνος, που στέκεται πάντα δίπλα σου και νιώθεις ότι σε προσέχει μυστικά; Ή, η διαίσθησή σου επιμένει να πρεσβεύει ότι τελικά όλα είναι, ακόμη ένα παιχνίδι της πλανεύτρας συγχρονικότητας, που σε καλεί να πάρεις αποφάσεις στέλνοντάς σου συμπαντικά μηνύματα, που εσύ πεισματικά εξακολουθείς να υποτιμάς;

Έπειτα η μνήμη σου ανακαλεί εκείνο το σταυροδρόμι, όπου η κυκλοφορία των αυτοκίνητων ήταν έντονη κι ασίγαστη κι εσύ άφησες το χρόνο να παγώσει στα βλέφαρά σου, για τρία μοναδικά, ισχυρά δευτερόλεπτα. Μέσα σ’ αυτά, ένιωσες να ξετυλίγεται βιαστικά, η φθαρμένη μπομπίνα μιας ταινίας μικρού μήκους, καθώς αντίκριζες μέσα σ’ ένα άγνωστο αυτοκίνητο μια μορφή που ταίριαζε στα μάτια που αγαπάς. Φευγαλέα, μόνο για μια ανεπανάληπτη λαθραία στιγμή. Κι ύστερα μάθαινες ότι αυτή η λαθραία στιγμή των τριών δευτερολέπτων, ήταν μοναδικά αληθινή.

Συλλογίζεσαι, αν τα πάντα γύρω σου είναι αποτελέσματα τυχαίων γεγονότων, που μοιάζουν έντεχνα ριγμένα σαν αυθόρμητη ζαριά πάνω στο τραπέζι ενός ακόμη ανελέητου στοιχήματος της ζωής. Κι εσύ ακίνητος εκεί, να κατακτάς μια μοναδική στιγμή στο χωροχρόνο, κρατώντας την ανάσα σου με αγωνία, παρακολουθώντας σε αργή κίνηση, τα ζάρια να αιωρούνται στον αέρα και να προσγειώνονται στριφογυρίζοντας στις γωνίες, αποκαλύπτοντας στις πλευρές τους, για άλλη μια φορά τον ίδιο αριθμό. Τον αριθμό εκείνο, που ξέρεις ότι προσδιορίζει αδιάλειπτα, όλους τους σημαντικούς σταθμούς της ζωής σου.

Αναρωτιέσαι, αν τελικά όλα αυτά, είναι η απόρροια ενός ακόμα παιχνιδιού της ειμαρμένης, που σ΄ ακολουθεί σαν σκιά και σε αρπάζει από το χέρι για να σε οδηγήσει σαν άβουλο ανδρείκελο στα μονοπάτια της, προκειμένου να σε αναγκάσει να γράψεις με κόκκινα ανεξίτηλα μελάνια στα κατάστιχά της, την ιστορία σου. Γιατί γνωρίζεις, ότι αν της αρνηθείς αυτή την καθοδήγηση, τότε θ’ αναγκαστεί να σε σύρει βίαια στους προσχεδιασμένους δρόμους της, σαν επικηρυγμένο κατάδικο με δεμένα μάτια και σιδερένια δεσμά στα χέρια.

 

Συντάκτης: Όλγα Αρβανιτά
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου