«Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει απ’ το πεπρωμένο του». Τουλάχιστον, αυτό πραγματεύεται η τηλεοπτική σειρά εποχής «Ηλέκτρα» που προβάλλεται απ’ την ΕΡΤ την τηλεοπτική σεζόν που διανύουμε. Όλα τα γεγονότα μπλέκονται σ’ ένα ατελείωτο γαϊτανάκι γύρω απ’ τους πρωταγωνιστές και μη.

Όμως, αν προχωρήσεις σε μία βαθύτερη ανάλυση, υπάρχει κάτι που είναι εντυπωσιακό ενώ ταυτόχρονα σού δημιουργεί δέος κι έρχεται σ’ έντονη αντιπαράθεση με την ίδια την εποχή στην οποία διαδραματίζεται η σειρά. Αυτό δεν είναι άλλο απ’ το γεγονός ότι υπάρχουν ισχυρές γυναικείες φιγούρες και προσωπικότητες που τραβούν η καθεμία το Γολγοθά τους ενώ ταυτόχρονα η θέση της γυναίκας που ήταν φανερά υποβαθμισμένη, σε μία κοινωνία που τις αντιμετώπιζε ως κτήμα, είναι τρομερά ενδιαφέρουσα η ανάλυση της ψυχολογίας τους.

Αρχικά, η Ηλέκτρα την οποία υποδύεται η Έμιλυ Κολιανδρή, είναι το σύμβολο κάθε καταπιεσμένης γυναίκας της δεκαετίας του ’70. Δυστυχώς, όμως μέχρι και σήμερα παρά την πρόοδο που έχουμε επιτύχει ως κοινωνία, υπάρχουν αρκετές γυναίκες εκεί έξω που βιώνουν αντίστοιχες ή χειρότερες συνθήκες στην καθημερινότητά τους.

Η Ηλέκτρα, ζει σε μία μικρή, κλειστή, νησιωτική κοινωνία, περιτριγυρισμένη από συγκεκριμένες κοινωνικές συμβάσεις και νόμους καθωσπρεπισμού. Αυτό που εξιτάρει τον θεατή στην ίδια, είναι η μεταμόρφωσή της κι ο αγώνας που δίνει να ξεφύγει απ’ τα δεσμά του γάμου της. Ενός γάμου, που ποτέ δε θέλησε πραγματικά, που υποχρεώθηκε να τον δεχτεί, μ’ έναν άντρα πολύ μεγαλύτερό της -που όμως το ουσιαστικό πρόβλημα εδώ δεν ήταν η διαφορά ηλικίας τους, αλλά ότι ποτέ δεν τον ερωτεύτηκε κι ότι αναγκάστηκε να τον υπομείνει απ’ την πρώτη στιγμή.

Σαφέστατα, είναι μία απ’ τις τραγικότερες φιγούρες της σειράς και διεκδικεί σιγά-σιγά πίσω τη ζωή της σε μία κοινωνία και μία εποχή που η γυναίκα δεν είχε δικαίωμα να υψώσει ανάστημα και ν’ ακουστεί η φωνή της. Η μοίρα της ήταν ήδη προδιαγεγραμμένη απ’ άλλους κι αυτό από μόνο του, αποτελεί ένα άλμα για τον ψυχισμό της.

Βέβαια, απ’ την άλλη υπάρχει μία αγωνία για το αν θα καταφέρει να μείνει ακέραιη ως χαρακτήρας γιατί ψυχολογικά βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, ιδιαίτερα απ’ τη στιγμή που αποφάσισε να πυρ0β0λήσει τον Νικόλα, τον οποίο υποδύεται ο Θανάσης Πατριαρχέας -τον άνθρωπο που καθόρισε όλη της τη ζωή μετά το βράδυ του βι@σμοu και την άφησε έγκυο στην πρώτη της κόρη Δανάη, την οποία υποδύεται η Ειρήνη Λαφαζάνη.

Ταυτόχρονα, η παράνομη σχέση της με τον Παύλο, τον ρόλο του οποίου υποδύεται ο Αποστόλης Τότσικας και το ερωτικό τρίγωνο που φαίνεται να δημιουργείται με τη δεύτερη κόρη της Νεφέλη, την οποία υποδύεται η Όλγα Μιχαλοπούλου κι η οποία είναι εξίσου ερωτευμένη με τον Παύλο – που είναι καθηγητής της- μόνο ελπίδες δε δίνουν για την αίσια έκβαση των πραγμάτων.

Οι σκηνές απ’ τα μεταφυσικά όνειρα της ίδιας αλλά και της κόρης της με τη χαμένη αδερφή της, την Αλίκη, λειτουργούν ως προοικονομία για τα τεκταινόμενα και κόβουν την ανάσα. Άραγε, θα καταφέρει αναίμακτα να πάρει τη ζωή της στα χέρια της; Θα καταφέρει να πατήσει γερά στα πόδια της, μόνη της και να αλλάξει τη μοίρα που όρισαν άλλοι για εκείνη;

Στη σειρά υπάρχουν άλλες δύο τραγικές φιγούρες, μητέρες εξίσου. Η μία είναι η Δόμνα, τον ρόλο της οποίας υποδύεται η Κατερίνα Διδασκάλου κι η άλλη είναι η Τιτίκα την οποία υποδύεται η Λουκία Παπαδάκη. Οι δύο τους μαζί αποτελούν ένα δίπολο χαρακτήρων. Ένα δίπολο ηθικού κι ανήθικου, δύναμης κι αδυναμίας, με κεντρικό άξονα την αγάπη για τα παιδιά τους αλλά και την αίσθηση ελέγχου που έχουν ανάγκη να επιβάλλουν σ’ αυτά.

Απ’ τη μια βρίσκεται η Δόμνα, η οποία προκειμένου να λυτρώσει την κόρη της Αλίκη απ’ το μαρτύριο -καθώς γεννήθηκε με νοητική στέρηση κι αυτό αποτέλεσε αφορμή να γίνεται αντικείμενο καθημερινής κακ0ποίnσης με πολλαπλά μέσα και τρόπους, εν τέλει τη σκότwσ3, πιστεύοντας ότι έτσι σώζει το παιδί της απ’ τη δυστυχία και την κακοτυχία του, χάνοντας, ταυτόχρονα, την πίστη της στο Θεό, ενώ απ’ την άλλη η Τιτίκα που ενώ ξέρει ότι ο γιος της, ο Νικόλας, είναι δ0λ0fόνος, ένας κυνικός νάρκισσος, στρέφεται πλέον στο Θεό και προσπαθεί να τον σώσει απ’ τις επιπτώσεις των εγκλnμάτwν του με κάθε τρόπο και μέσο, διότι τον θεωρεί βαριά ψυχικά άρρωστο, ενώ η ίδια φέρει τύψεις θεωρώντας τον δημιούργημα της.

Έτσι, καταλήγει να τον καλύπτει στα 3γκλήμaτa του μην μπορώντας να δεχτεί ότι βουλιάζει στο βούρκο μαζί του, ενώ τού δίνει ευκαιρία να συνεχίζει αδίστακτος προσφέροντάς του τη στήριξή της, με την ίδια να παραδέχεται ότι αν ήταν αρκετά δυνατή θα τού φύτευε μία σφaίρa στο κεφάλι για να λυτρωθούν κι οι δυο τους απ’ αυτό το κακό. Τελικά, ως πού φτάνει η αγάπη μιας μάνας για το παιδί της; Πού σταματάει το σωστό και που αρχίζει το λάθος; Ως πού μπορεί να φτάσει μία μάνα για να σώσει το παιδί της, πάση θυσία;

Και στην τελική, θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας και κατασκεύασμα για να μάς ψυχαγωγεί. Ποιο το νόημα να δίνεται τόση έμφαση σ’ αυτούς τους χαρακτήρες; Ακριβώς, σ’ αυτή τη λέξη κρύβεται η απάντηση. Γιατί απ’ αυτούς τους χαρακτήρες άγεται η ψυχή μας, καθοδηγείται δηλαδή, έστω κι υποσυνείδητα.

Είναι τόσο λεπτές οι ισορροπίες του καλού και του κακού, του δίκαιου και του άδικου, του ηθικού και του ανήθικου, της αγάπης και του μίσους, ώστε χρειάζεται κανείς να κοιτάξει πέρα απ’ αυτά τα στενά όρια και ν’ αναλογιστεί κάποια πράγματα διαφορετικά. Γιατί στην πραγματικότητα αυτές οι ισχυρές γυναικείες φιγούρες του έργου έχουν να δώσουν πολλά ουσιώδη μηνύματα.

Ο σκοπός φαίνεται ν’ αγιάζει τα μέσα στις τελικές δράσεις τους και σίγουρα δεν μπορείς να τις κατατάξεις σε κάποια συγκεκριμένη κατηγορία. Οι ίδιες παραμένουν ταυτόχρονα και θύματα και θύτες στην ιστορία της ζωής τους. Όπως ακριβώς συμβαίνει μ’ όλους μας. Το ζητούμενο δεν είναι να παραδειγματιστούμε απ’ τις πράξεις τους, αλλά να μάθουμε ν’ αντιμετωπίζουμε τους ανθρώπους γύρω μας με μάτια ψυχής και να μην κρίνουμε μόνο απ’ το φαίνεσθαι γιατί πολλές φορές τα βαθύτερα κίνητρα είναι άλλα κι εκεί ακριβώς κρίνεται η ποιότητα του ανθρώπου.

 

 

 

Συντάκτης: Κατερίνα Ανδρουλάκη
Επιμέλεια κειμένου: Ανδρέας Πετρόπουλος