Article of the day: Η Ελένη Βαλαβάνη μιλά για σκέψεις περί έρωτα που δε στέκουν. Δες εδώ.

jnijnoij

Το υποσυνείδητο. Μία έννοια που μπορούμε να καταλάβουμε θεωρητικά σε τι αναφέρεται, δίχως να μπορούμε να την κατανοήσουμε πραγματικά. Αυτή είναι και η υπόσταση του υποσυνειδήτου μας στην τελική: συμβολίζει τη φύση του κομματιού που επιβιώνει μέσα μας, παραμένοντας ένας άγνωστος, κάτι το οποίο δεν καλλιεργούμε συνειδητά, κάτι το οποίο όμως παράλληλα μάς ελέγχει, εμάς και τους τριγύρω μας, σε μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν που θα μπορούσαμε ποτέ να υπολογίσουμε θεωρητικά. Εκβάσεις και εμφάσεις των ζωών μας, συμπεριφορές κι αναστολές του ατόμου μας, πράγματα τα οποία προσπαθούμε να ελέγξουμε σε μόνιμη βάση, όλα κολυμπούν αυθαίρετα στη θάλασσα του υποσυνειδήτου, προσπαθώντας να μην πνιγούν, ελεγχόμενα από ανέμους και παλίρροιες που προκαλούνται από το εξωτερικό μας περιβάλλον. Το αποτέλεσμα του τι φτάνει εν τέλει στην αμμουδιά του συνειδητού και του χαρακτήρα για τον οποίο έχουμε επίγνωση, φαίνεται μάλλον τυχαίο: ό,τι ξεβράσει το κύμα. Πιθανότατα η τυχαία αυτή διαδικασία, κάθε άλλο παρά τυχαία να είναι. Μέχρι όμως να καταφέρουμε κι εμείς οι ίδιοι να βυθιστούμε στο νερό και να κολυμπήσουμε υποβρυχίως, παρατηρώντας τα περίπλοκα ρεύματα, που ελέγχουν τον τρόπο που εμείς οι ίδιοι κυλάμε μέσα στη ζωή, το υποσυνείδητο θα παραμένει στα μάτια μας κάτι το ανεξερεύνητο και δυσνόητο.

Παρ’ όλη την άγνοιά μας όμως, έχουμε καταφέρει να παρατηρήσουμε και να εξηγήσουμε μερικούς από τους τρόπους που μπορεί κάποιος να εκφράζει τις πραγματικές του σκέψεις και προτιμήσεις, δίχως να έχει απαραίτητα τη γνώση ότι το κάνει. Η γλώσσα του σώματος είναι ένας από τους πιο τρανταχτούς και συνήθης τρόπους, μέσω του οποίου το υποσυνείδητο κομμάτι κάποιο μπορεί να εμφανίζεται στην επιφάνεια. Κι είτε το συνειδητοποιούμε, είτε όχι, όλοι μας γνωρίζουμε, συνειδητά και μη, να την επεξεργαζόμαστε και να αντιδρούμε αναλόγως. Η αμυντική στάση κάποιου, μάς φέρνει απευθείας σε μια πιο άβολη, ή εξίσου αμυντική στάση κι εμάς. Η μίμηση των κινήσεων του ανθρώπου με τον οποίο συνομιλούμε, είναι βασική, σχεδόν υπερβολικά προφανής σε κάθε παρατηρητή και δημιουργεί μεγαλύτερη οικειότητα, εγκαθιστώντας μια οδό συνεννόησης μεταξύ μας, μέχρι και συμπάθειας. Όταν αυτού του είδους οι κινήσεις περνάνε από τη σφαίρα του υποσυνείδητου, στη σφαίρα του συνειδητού μας, όταν εμείς μαθαίνουμε να τις παρατηρούμε και να αντιδράμε αναλόγως, με πρόθεση και διαύγεια απέναντι στο υποσυνείδητο των τριγύρω μας, σε μια γλώσσα που μπορεί μάλιστα να μεταφραστεί απευθείας από το μη συνειδητό κομμάτι τους, βρισκόμαστε άμεσα σε μία λιγότερο δυσμενή θέση, όντας, έστω και λίγο παραπάνω, κύριοι της μοίρας μας.

 

Diary | Dreaming Awake


€14,90

-----

 

Υπάρχει όμως κι ένα ακόμα κομμάτι της ανθρώπινης συμπεριφοράς, πυλώνας της ανθρώπινης ζωής, το οποίο μπορεί να περάσει με τον ίδιο τρόπο από την επιρροή του ασυνείδητου, σε αυτήν του συνειδητού μας. Ίσως, μάλιστα, να είναι ακόμα πιο δυναμικός παράγοντας, καθώς συνδέεται με μεγάλη αμεσότητα με το συναίσθημα. Στην προκειμένη αναφερόμαστε στον λόγο: ο τρόπος που μιλάμε, η διέγερση που προκαλούμε σε όσους μας περιβάλουν και μάς ακούν, δεν αφορά μονάχα το λεκτικό περιεχόμενο των προτάσεών μας. Η επιρροή που μπορεί να έχει ένας συναισθηματικά φορτισμένος λόγος, έχει αποδειχθεί μέσω χρόνιων ερευνών, ότι πλησιάζει περισσότερο εκείνη της μουσικής. Ο τόνος, το βάθος, η ένταση, το τέμπο, είναι όλα στοιχεία μείζονος σημασίας, είναι οι τρόποι που καταφέρνει κάποιος να εμποτίσει, το όποιο συναίσθημα επιθυμεί, στο ακροατήριό του.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η μουσική κινεί με γοητευτική χάρη τα συναισθήματά μας: σχεδόν σαν αναβάτης που καθοδηγεί το άλογο του. Η κατάλληλη μουσική μπορεί να προκαλέσει μέσα μας από χαρά μέχρι θλίψη, από φόβο μέχρι ηρεμία και χαλάρωση. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, πως στην πλειονότητα των ταινιών που παρακολουθούμε, υπάρχει ανάλογη μουσική υπόκρουση· ο πιο εύκολος τρόπος να ταυτιστούμε με τα συναισθήματα που μεταδίδουν οι ηθοποιοί δε σχετίζεται μονάχα με τη μεταδοτικότητα των ίδιων, αλλά μάλλον κι από το μουσικό υπόβαθρο. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μουσική των θρίλερ, αυτή που σε κάνει να ανατριχιάζεις, χτίζοντας ταυτοχρόνως την αίσθηση της αγωνίας, που έχει προκαλέσει η οποιαδήποτε κατάσταση στην οποία εμπλέκονται οι ηθοποιοί.

Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν λειτουργεί η ομιλία. Ακούγοντας διάσημες ομιλίες, όπως αυτή του Charlie Chaplin (“Final Speech from the Great Dictator”), η αυτή του Martin Luther King (“I have a dream…”), παρατηρούμε εξίσου δυναμικές και μάλιστα ανά στιγμές παρόμοιες αποδόσεις των λέξεων και προτάσεων, οι οποίες εκφέρονται. Δεν είναι πάντοτε αυτός ο τρόπος βέβαια, να αιχμαλωτίσεις ένα ακροατήριο κι ούτε αρμόζει σε κάθε λόγο. Το επίμαχο σημείο όμως είναι ο τρόπος με τον οποίο διέγειραν τους ακροατές, ο τρόπος με τον οποίο επικαλούνταν το συναίσθημα και το έφερναν στην επιφάνεια. Ο τόνος, η ένταση, ακόμα και το τρέμουλο της φωνής σε κάποιο σημείο, ή μία καίρια παύση, όλα προσφέρουν τη δυνατότητα εκφράσεως και μετάδοσης, όχι μόνο όσων λέγονται, αλλά κι όσων υποβόσκουν κάτω από τις λέξεις.

Οι δυναμικές αυτές, του λόγου, μπορούν να φανούν χρήσιμες στον καθένα μας. Στις καθημερινές και φιλικές μας συζητήσεις, η ικανότητα του να μπορείς να κάνεις τον άλλον, όχι μόνο να σε ακούσει, αλλά και να σε νιώσει, είναι σίγουρα σημαντική. Η επικοινωνία βελτιώνεται, καθώς πλέον φεύγει από την καθαρά εγκεφαλική συνεννόηση, διάσπαρτη με υποσυνείδητα κι αυθαίρετα μηνύματα και φτάνει στην έμπρακτα συναισθηματική ανταλλαγή. Οι λέξεις γίνονται κάτι παραπάνω από συμβολισμοί με τους οποίους εξηγούνται όσα πρέπει να εξηγηθούν: αποκτούν το ρόλο μουσικών οργάνων, η καθεμία τους με το μοναδικό κι απαραίτητο ρόλο τον οποίο έχουν τα όργανα μιας μουσικής ορχήστρας. Αυτή είναι άλλωστε και η βέλτιστη μορφή επικοινωνίας. Η ενσυναίσθηση που προκαλείται όταν η σύνδεση μεταξύ δέκτη και πομπού, ξεφύγει από τις έννοιες κι εγκαθίσταται εντός κι επί των συναισθημάτων, είναι πολύ πιο έντονη και αποτελεσματική. Η διαφορά έγκειται κάπου ανάμεσα στα λόγια, εκεί που βρίσκεται και η διαφορά μεταξύ της λέξης «αγκαλιά» και του έμπρακτου εναγκαλισμού.

Συντάκτης: Ξαν Γεωργίου
Επιμέλεια κειμένου: Γιοβάννα Κοντονικολάου