Μεγαλώνουμε. Ίσως μερικές φόρες να το ξεχνάμε. Ίσως άλλες να το αμελούμε. Ίσως μέσα στην ένταση της καθημερινότητας, μέσα στα συναισθήματα του τώρα, μέσα στα γέλια και τα δάκρυα, να ξεχνάμε αυτήν την τόσο βασική, αληθινή και φυσική διαδικασία.

Μεγαλώνουμε! Μέρα με τη μέρα σκίζουμε, μουτζουρώνουμε, ζωγραφίζουμε στο βιβλίο της ζωής μας. Όμως, όπως κι αν έχει, γυρνάμε σελίδες κι ύστερα γεμίζουμε άλλες. Σελίδες που κάποτε ήταν λευκές και σελίδες που δε θα μπορέσουν να ξαναγίνουν λεύκες.

Και το ξεχνάμε. Ζούμε έντονα. Ζούμε έντονα μονάχα για το παρόν. Και πολύ καλά κάνουμε. Χανόμαστε με τόση ένταση στο φάσμα του τώρα που ξεχνάμε το μετά. Ίσως ξεχνάμε και το πριν. Ίσως ξεχνάμε την αέναη ροή της ζωής. Στην προσπάθειά μας να απολαύσουμε τις καλές στιγμές και να επιβιώσουμε απ’ τις κακές. Όμως έρχονται αυτές οι φόρες που αντιλαμβανόμαστε πως μεγαλώνουμε.

Και σίγουρα μία από αυτές είναι τα γενέθλιά μας. Η ημέρα που μας θυμίζει τον άθλο που κάνουμε μέσα στη ζωή απ’ τη στιγμή της γέννησής μας. Όμως στην πιο προσωπική μας επέτειο δε μετράμε ακριβώς χρόνια αλλά περισσότερο ανθρώπους. Ανθρώπους που έμειναν, ανθρώπους που έφυγαν, ανθρώπους που ήρθαν. Κοιτάμε γύρω μας κι αντικρίζουμε χαμόγελα που αγαπάμε. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αντικρίζουμε άλλα που θα θέλαμε να ‘ναι δίπλα μας. Που θα θέλαμε να μας γοητεύουν με το βλέμμα τους. Αυτή η αδερφή ψυχή σου, το κολλητάρι σου, που ούτε που κατάλαβες πότε έγινε μια άγνωστη παρουσία με πολλές αναμνήσεις. Αυτός ο άνθρωπος που πάντα θα έχει ένα κομμάτι της καρδιάς σου, κι ας μη δίνεις σχεδόν ποτέ κομμάτια σου. Αυτός ο συγγενής που έχει χαθεί στα ξένα κι αν κι είπατε πως θα μιλάτε, σας σιώπησε η καθημερινότητα.

Και δεν είσαι σίγουρος τι σε πονάει περισσότερο. Το ότι δεν είναι αυτοί τώρα εδώ ή ότι εσύ, με τη σειρά σου, δεν ήσουν εκεί. Δεν ήσουν εκεί σε αυτήν την εξέτασή τους. Δεν ήσουν εκεί σε μικρές αλλά σημαντικές γι’ αυτούς στιγμές. Όταν βγήκαν εκείνο το ραντεβού, όταν υιοθέτησαν εκείνο το αδέσποτο σκυλάκι, όταν έσβησαν τα κεράκια από ‘κείνη την τούρτα.

Ίσως έστειλες ένα ανθρώπινο μήνυμα στα γενέθλιά τους. Ίσως πήγες απ’ το σπίτι τους με ένα μικρό δώρο και μια κάρτα. Ίσως τους πήρες μια μεγάλη αγκαλιά. Κρύβοντας τις πράξεις σου πίσω απ’ τις λέξεις «είναι ανθρώπινο», «θα ήταν αγένεια να μην το κάνω», «τόσα είχαμε περάσει». Αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, είναι η κραυγή του «τόσα θα ήθελα να περάσουμε». Επειδή τέτοιου είδους κινήσεις, προς συγκεκριμένα άτομα, είναι ένας τρόπος επανασύνδεσης που αναζητάμε.

Επειδή η ιδέα ότι μεγαλώνουν χωρίς εμάς μας πνίγει. Αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχουν και πως δεν υπάρχουμε. Πως δε μοιραζόμαστε το τώρα. Και θέλουμε να το αλλάξουμε. Δεν είναι ο χρόνος που κάνει τη ζωή, αλλά η ζωή που κάνει τον χρόνο. Κι έτσι εμείς ψάχνουμε μια ζωή μαζί τους. Κι ας έχουμε χάσει κάθε ελπίδα για ένα δικό μας «μαζί». Αποφασίζουμε να κάνουμε μια προσπάθεια. Και δε διαλέγουμε τυχαία τη συγκεκριμένη ημέρα, τη συγκεκριμένη «τυχαία» σημαντική στιγμή.

Ο λόγος που το κάνουμε τότε, ο λόγος που επιλέγουμε την ημέρα των γενεθλίων τους, είναι η ευχή ότι νιώθουν παρόμοια με εμάς. Για την αμφίδρομη νοσταλγία. Πως θα αντιληφθούν ότι δεν είναι απλά μια ανθρώπινη κίνηση αλλά ανάγκη για επανασύνδεση. Πως θα νιώσουν κι οι ίδιοι το ότι μεγαλώνουν χωρίς εμάς.

Κάποτε ο πατέρας μου μού είχε πει: «Μη βασίζεσαι στους άλλους, θα δεις πως με τα χρόνια όλοι φεύγουν. Σε αυτό το παιχνίδι, στο παιχνίδι της ζωής, τελικά είμαστε μόνοι. Ίσως κάποιοι βαδίσουν για λίγο μαζί μας, αλλά, θα το δεις, είμαστε μόνοι, και θα το δεις όσο περνούν τα χρόνια». Κι ίσως σε λόγια σαν αυτά να βασιζόμαστε. Ίσως μεν να θέλουμε να τα αμφισβητήσουμε, αλλά κρατάμε το δεύτερο σκέλος. Κι ευχόμαστε αυτός ο πρώην, αυτός ο φίλος απ’ τα παλιά να νιώσει αυτήν την ένταση.

Και ναι, η κίνηση του να βρεθείς κοντά τους, εκείνη την ημέρα, θα ‘ναι άβολη. Θα ‘ναι παράξενη. Θα ‘ναι ίσως και λάθος. Αλλά δείχνει την ανάγκη που έχουμε ακόμα για αυτούς. Κι αν δεν έχει αλλάξει τίποτα μέσα μας τόσο καιρό, αν δεν έχει σβήσει τίποτα, κι απλά κρύβεις και συνηθίζεις τον πόνο, ίσως σου αξίζει αυτή η ευκαιρία. Ίσως σου αξίζει να μεγαλώσεις, τελικά, μαζί με τον άλλον.

Σβήστε τα όλα και ξαναζήστε. Ζήστε γιατί οι σελίδες τελειώνουν.

Συντάκτης: Νταϊάνα Κραέτε
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη