Αναδρομή στο παρελθόν: Διαβάζεις σε ένα μικρό δωμάτιο, το παιδικό σου, κι η καρδιά σου σπάει από άγχος κι αγωνία. Δεν κοιμάσαι καλά κι αγωνιάς, ανησυχείς για το αύριο. Μαζί σου κι οι γονείς σου, οι άνθρωποι που έκαναν ό,τι περνούσε απ’ το χέρι τους προκειμένου να ‘σαι ευτυχισμένος.

Αύγουστος∙ ο μήνας των διακοπών και των αποτελεσμάτων των πανελληνίων εξετάσεων. Πίνακες αναρτημένοι με ονόματα και σχολές. Πίνακες που καθορίζουν το μέλλον σου, έτσι τουλάχιστον πίστευες τότε.

Τέσσερα χρόνια μετά κι άλλος ένας πίνακας καθορίζει το μέλλον σου, ο πίνακας ανακοίνωσης της αξιολόγησης της πτυχιακής σου. Άγχος όπως τότε που ως μαθητής διάβαζες κι αγωνιούσες για το αν θα καταφέρεις να σπουδάσεις. Κοιτάς, χαμογελάς, βουρκώνεις. Τα κατάφερες, για άλλη μια φορά, με κόπο τα κατάφερες.

Ορκωμοσία∙ μια μέρα απ’ τις ομορφότερές σου, θα μείνει χαραγμένη στο μυαλό σου. Εσύ με περηφάνια παίρνεις το πτυχίο σου και ποζάρεις στους φωτογράφους για τα αναμνηστικά κλικ. Εκείνα που θα σε συνοδεύσουν με μία δόση αισιοδοξίας σε εκείνες τις ζόρικες επαγγελματικές στιγμές που θα αισθάνεσαι μόνος. Σε εκείνες τις στιγμές που θα ασχολείσαι με αυτό που σπούδασες κι επιθυμούσες με πάθος να εξασκήσεις.

Επιστροφή στο σήμερα. Μετά από όλες τις φωτογραφίες, τα «μπράβο», την ανακούφιση της επιτυχίας κι όλα τα χαμόγελα ευτυχίας, ξεκινάς να στέλνεις βιογραφικά, να πηγαίνεις σε συνεντεύξεις, να απαντάς σε ερωτήσεις και να περιμένεις μια απάντηση. Για μια δουλειά που θα σου προσφέρει τα χρήματα για να επιβιώσεις, για μια δουλειά που θα κάνει την οικογένειά σου να πει υπερήφανα πως τα κατάφερε το παιδί της και βρήκε μια αξιόλογη εργασία.

Και κάπου εκεί, μόνος στο σκοτάδι, εσύ κι οι σκέψεις σου, αναρωτιέσαι αν θέλεις η υπόλοιπη ζωή σου να περάσει σε ένα γραφείο με ένα αντικείμενο που πίστευες ότι θα σε γέμιζε, μα δεν ξέρεις αν μπορείς να το εξασκείς για πάντα. Δεν είσαι σίγουρος αν μπορείς να βάλεις στο βαθύτερο ντουλάπι του μυαλού σου το πάθος σου για τη γραφή, για τη ζωγραφική, για τη γλυπτική, για όσα έχουν δημιουργία μέσα τους κι ως παιδί άκουγες να σου λένε πως δεν έχουνε μέλλον, δεν έχουν λεφτά για να ζήσεις.

Εσύ, στο δωμάτιο του σπιτιού σου, βράδυ. Παρασκευή βράδυ, κατάκοπος απ’ την καθημερινότητα κι άδειος. Άδειος από αισθήματα, από ελπίδα αλλά κυρίως άδειος από όνειρα. Παίρνεις το τετράδιό σου κι αρχίζεις να κάνεις σχέδια. Μικρά, άχρωμα –σαν τη ζωή σου– σχέδια. Τα κοιτάς και γλυκαίνεσαι. Ομορφαίνεις ως άνθρωπος μαζί τους, ασχημαίνεις ως άνθρωπος μακριά τους. Ακούς τη φωνή μέσα στο κεφάλι να σου λέει πως δεν έχουν μέλλον, δε θα σου αποδώσουν κάτι υλικό.

Ακούς, όμως, και τη φωνή της καρδιάς σου να σου φωνάζει πως ασφυκτιάς, κι αν αισθάνεσαι έτσι τώρα που ‘σαι στην αρχή του επαγγελματικού σου δρόμου, τότε στην πορεία θα γίνεις ένας επιτυχημένος, συμβιβασμένος, εργαζόμενος. Ένας εργαζόμενος που η Κυριακή πρωί θα σου προσφέρει ανάσες ζωής ενώ τα βράδια θα βαρυγκωμάς σκεπτόμενος πως θα πρέπει να περάσεις την υπόλοιπη ζωή μέσα στους συμβιβασμούς.

Ξανακοιτάς τα σχέδιά σου, τα γραπτά σου, όσα σε κάνουν ευτυχισμένο κι εικόνες απ’ το παρελθόν σου ξαναζωντανεύουν σαν ταινία μπροστά σου. Εσύ παιδί, μετά από πολύωρο διάβασμα, σχολείο, φροντιστήριο, στο κρεβάτι σου να ζωγραφίζεις, να γράφεις, να πλάθεις με τον πηλό τις εικόνες του μυαλού σου σε εικόνες της ζωής σου. Οι γονείς να χαμογελούν υπερήφανα για το ταλέντο του παιδιού τους, αλλά μέσα στα λόγια τα ενθαρρυντικά να ξεπετάγονται και λόγια που σου κόβουν μαλακά τα φτερά. «Τι υπέροχα όλα όσα κάνεις, παιδί μου, όμως στην Ελλάδα δε θα ζήσεις ποτέ από αυτά». Λόγια που καρφώθηκαν στην ψυχή σαν λεπίδες που η μια πλευρά κόβει αιχμηρά κι η άλλη μαλακά.

Έτσι έγινες θεατής της ζωής σου που μπορεί να ξεκίνησε σαν μια πανέμορφη αισθηματική ταινία, στην πορεία ωστόσο κατέληξε δράμα. Όπως μια δραματική σειρά που οι ήρωες ζούνε πάθη και πόνο, όμως δε βλέπουν φως. Έχει σκεπαστεί απ’ τη σκοτεινιά του μυαλού, του φόβου και των γύρω τους.

Αλήθεια, έτσι θέλεις να περάσεις το υπόλοιπο του βίου σου; Θέλεις να ξεγράψεις όχι μόνο τα όνειρά σου αλλά κυρίως εσένα τον ίδιο; Μην αφήνεις τα χρόνια να περάσουν συμβιβασμένα με κοινότυπες φράσεις των υπολοίπων να μπαίνουν στο δικό σου στόμα και να τις λες χωρίς να τις εννοείς. «Ευτυχώς που έχεις μια δουλειά που αγαπάς». Σίγουρα, αγάπησες πολύ αυτό που σπούδασες, όμως βγαίνοντας έξω συνειδητοποίησες ότι η πραγματικότητα διαφέρει απ’ τα όνειρα κι εκεί πρέπει να αποφασίσεις τι ειλικρινά θέλεις.

Πάρε τη ζωή στα χέρια σου και παρά τις δυσκολίες που θα βρεις, βάδισε προς τα εκεί που λέει η καρδιά σου. Και να ‘σαι σίγουρος πως θα πετύχεις, απ’ τη στιγμή που θα κάνεις αυτό που εκείνη προστάζει δεν υπάρχει περίπτωση να μην ευτυχήσεις και να μη γίνεις επιτυχημένος επαγγελματικά.

 

Συντάκτης: Γεωργία Κοκκονούζη
Επιμέλεια κειμένου: Πωλίνα Πανέρη