Ο μέσος Eυρωπαίος, μεγαλώνει με στενές σχέσεις με τους γονείς του. Ταξιδεύουν μαζί για διακοπές, τις Κυριακές πίνουντσάι και ψωνίζουν μαζί ευπρεπή ρούχα για την συνάντηση με οικογενειακούς φίλους.

Κάπου γύρω στα 18, η σχέση αυτή αρχίζει να ξεχειλώνεται. Ο Ευρωπαίος φορτώνεται μια backpack και παίρνει τους δρόμους. Ταξίδι, πανεπιστήμιο και δουλειά. Έχει πλέον μετακομίσει μίλια μακριά από τους δικούς τους και συναντιούνται μία φορά τον χρόνο για δείπνο και ανταλλαγή νέων.

Με εμάς τους μεσογειακούς, η φάση πάει κάπως διαφορετικά. Κάπου ανάμεσα στα 12 και στο πριν να βγούμε από το αυγό μας, πετάμε ένα «μάνα τσίμπα ένα πενηντάρικο» και την κάνουμε για τσάρκα. Μέχρι τα δεκαοκτώ μας, μετράμε πάνω από καμιά δεκαριά φορές που οι γονείς μας θα μπορούσαν άνετα να δηλώσουν την εξαφάνισή μας στην αστυνομία.

Διήμερο με τα παιδιά, τριήμερο με τον γκόμενο, κλαμπινγκ περίπου στα 8 μας, μεθύσια μέχρι τελικής πτώσης, ταχύτητες στο αυτοκίνητο και οι μάνες μας να νυχτοξημερώνονται με ένα τηλέφωνο από τη μία και τσιγάρο από την άλλη. Το κρατάνε μπας και χτυπήσει. Σιγά μη μας πάρουν τηλέφωνο στις 5 το πρωί να δουν που είμαστε και να βγει ο δράκος από μέσα μας.

Μεγαλώνοντας, αρχίζουμε να ερχόμαστε πιο κοντά στους δικούς μας. Συνεχίζουμε να κάνουμε τα δικά μας, αλλά ξεκινάμε να δίνουμε οικειοθελώς αναφορά για τι κάνουμε. Ανοιγόμαστε λίγο περισσότερο και αρχίζουμε να ακούμε λίγο περισσότερο. Κάπου στα 23 καλή η ώρα, εκεί που αρχίζεις να ωριμάζεις και να προβληματίζεσαι λίγο περισσότερο από το που θα χτυπηθείς το βράδυ, αρχίζεις να συνδυάζεις τις ατάκες της μάνας σου με ό,τι ακούς γύρω σου.

Συνεχίζεις να είσαι λίγο ξεροκέφαλος αλλά κατά βάθος αρχίζεις να συνειδητοποιείς πόσο δίκαιο είχε η μάνα σου. Ωστόσο, σιγά να μην την πάρεις τηλέφωνο να της το πεις. Ξεκινάς όμως να την ακούς λίγο πιο προσεκτικά.

Θα ξεκινήσω με τα συνηθισμένα.

Πόσες από μας θα ήμασταν ένα τσικ πιο νοικοκυρεμένες αν την βοηθούσαμε έστω μία φορά από τις τόσες που παραπονιέται πως είναι δύσκολο να φροντίζεις ένα ολόκληρο σπίτι;

Πόσα λάθη και μπερδέματα θα γλιτώναμε αν ήμασταν όσο οργανωμένοι μας φώναζαν να είμαστε;

Πόσοι πνεύμονες δεν θα μαύριζαν αν τις λυπόμασταν που μας εκλιπαρούσαν να μην το ξεκινήσουμε το ρημάδι για την μαλακία;

Πόσα μπλεξίματα θα γλιτώναμε αν ξεκόβαμε με τον Τάκη που δεν της γέμιζε το μάτι;

Θα με πείτε οπισθοδρομική τώρα που εξυψώνω τις συμβουλές της μάνας μας.

Αλλά πείτε μου ρε παιδιά. Πόσους τοξικομανείς λιγότερους θα ειχαμε αν ακούγαμε τις μάνες μας που μας φώναζαν με το σταυρό στο χέρι να μην παρασυρθούμε;

Πόσους θα σώζαμε αν υποχωρούσαν να μην πάρουν την πουτάνα την μοτοσυκλέτα χωρίς κράνος;

Και ξαφνικά μεγαλώνουμε και αρχίζουν όλα να βγάζουν νόημα. Δεν ήταν όλα υπερπροστατευτικότητα. Ήταν γνώση και ανοικτά αυτιά.

Οι καιροί δεν αλλάζουν, τα εγκλήματα και τα δυστυχήματα δεν είναι περισσότερα. Απλώς μεγαλώνουμε και αρχίζουμε πλέον να τα ακούμε. Ώσπου έρχεται σιγά σιγά η σειρά μας να γίνουμε γονείς. Κάπου στα 30, με οδηγό όσα κάναμε εμείς στην εφηβεία θα γίνουμε κυριολεκτικά σπαστικοί γονείς και θα καταλάβουμε πόσο τυχεροί ήμασταν εμείς.

Την πρώτη φορά που θα αφήσουμε το παιδί μας θα βγει, θα σκύψουμε το κεφάλι και θα πούμε, γαμώτο ρε μάνα, είχες σε όλα δίκιο!

 

Συντάκτης: Χαρά Αναξαγόρα