Δεν ξημέρωσε ακόμα. Τα ρούχα μας και τα μαλλιά μας μυρίζουν λίγο από αλκοόλ, τσιγάρο κι ιδρώτα. Τα μάτια μας είναι μισόκλειστα και τα αντανακλαστικά μας αφημένα σ’ αυτήν την παράξενη ζάλη. Κενό. Ούτε ρολόγια, ούτε εκείνες οι επιβαρυντικές σκέψεις της μέρας. Δεν ήμασταν για πολλά εξαρχής, αλλά βγήκαμε. Είπαμε θα καθόμασταν λίγο, αλλά τώρα είναι ήδη αργά για να το τηρήσουμε. Τι έξι, τι επτά, τι οκτώ; Αύριο έτσι κι αλλιώς θα ξυπνήσουμε με το γνωστό πονοκέφαλο και θα παρακαλάμε να μην είχαμε βγει ποτέ.

Ίσως και ν’ αποφεύγουμε να γυρίσουμε στο κρεβάτι μας, που από διπλό έγινε μονό ή να μην αντέχουμε εκείνους τους εφιάλτες που στοιχειώνουν τον ύπνο μας. Είναι κι εκείνοι οι στίχοι απ’ το ρεφρέν που ακούσαμε πριν ώρες, οι οποίοι δε φεύγουν απ’ το μυαλό μας, γιατί ταιριάζουν με κάτι άλλα και κάτι άλλους, που επίσης δεν μπορούν να φύγουν απ’ το μυαλό μας. Γι’ αυτά τα «κάτι άλλα» και τα «κάτι άλλους» έχουμε κάνει τα πιο ζόρικα ξενύχτια.

Τουλάχιστον απόψε τα ζόρια δεν τα περνάμε μόνοι. Είναι κι άλλοι ξενύχτες, καψούρηδες, πιωμένοι μαζί μας. Φίλοι ή όχι φίλοι· δεν έχει σημασία. Θα καθίσουμε έξω απ’ το μπαρ στο πεζοδρόμιο ή στο αυτοκίνητο εκεί Κωνσταντινουπόλεως κι Ιεράς Οδού γωνία ή και στο σπίτι για ένα τελευταίο ποτό, με το ρεφρέν που μας είχε κολλήσει να παίζει τώρα σε επανάληψη, έτσι, γιατί μάλλον αυτά κι αυτοί που δήθεν δεν μπορούμε να ξεχάσουμε, δε θέλουμε να τα ξεχάσουμε.  Και θα τα πούμε όλα. Κι εμείς κι οι άλλοι. Γιατί έχουμε ανάγκη να τα πούμε, γιατί τώρα τα λόγια βγαίνουν απ’ την καρδιά, όχι απ’ το μυαλό και ποιος στ’ αλήθεια κατάφερε ποτέ να ελέγξει την καρδιά κάτι τέτοιες ώρες;

Άλλωστε η νύχτα τα ξέρει ήδη όλα. Μας έχει δει και στα καλύτερά μας, αλλά και στα χειρότερα. Ήταν εκεί, στα ραντεβού που κρατούσαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Ήταν εκεί, όταν τα σώματά μας αφήνονταν σε πάθη. Κι όταν τα πάθη αποδείχθηκαν λάθη, ήταν πάλι εκεί. Στις αϋπνίες, στα κλάματα, στους τσακωμούς που μας χώρισαν, στα ψέματα που ανταλλάξαμε, στις αλήθειες που πνίξαμε μέσα σε εγωισμούς, ήταν εκεί. Η νύχτα έχει κερδίσει εδώ και καιρό την ειλικρίνειά μας, γιατί ό,τι κι αν είδε, άκουσε ή κατάλαβε, δεν το μαρτύρησε ποτέ στη μέρα. Μέσα στο σκοτάδι της ξέρει να κρύβει καλά αμαρτίες, παραστρατήματα, καταστροφές, αυτοκαταστροφές κι αλήθειες.

Ναι, θα τα πούμε όλα. Γιατί αύριο μάλλον ούτε κι εμείς, ούτε κι οι άλλοι θα θυμόμαστε όσα ειπώθηκαν. Κι ακόμα κι αν τα θυμόμαστε, θα κρυφτούμε πίσω από εκείνα τα «είχα πιει, δεν ήξερα τι έλεγα» και θα συνεχίσουμε να ζούμε πιστοί στα «πρέπει» της μέρας και των ενοχικών, ανασφαλών μας συνειδήσεων.

Αλλά τώρα αυτά δεν έχουν σημασία. Θα τα αφήσουμε στο αύριο μαζί με εκείνο το βασανιστικό πονοκέφαλο. Απόψε δε θα μιλήσουμε γι’ αυτά τα «πρέπει». Τα βαρεθήκαμε. Αυτήν την ώρα, η καρδιά έχει δικαίωμα να επαναστατήσει για όλα εκείνα που το μυαλό καταπιεστικά της επιβάλλει εδώ και καιρό. Συνηθίσαμε σε εκείνα τα καλούπια που μας έβαλαν ή που μας βάλαμε, αλλά άρχισαν να μας στενεύουν τελευταία, να μας κόβουν την ανάσα. Απόψε θα μιλήσουμε ανοιχτά και θ’ ανασάνουμε, γιατί από αύριο θα ξανακράταμε την ανάσα μας μέχρι ποιος ξέρει πότε.

Μπορεί να βρίσουμε, να κλάψουμε ή ν’ αφεθούμε σε γέλια μέχρι να βαρεθούμε να βρίζουμε, να κλαίμε ή να γελάμε. Θα παραδεχτούμε πόνους που δεν τολμήσαμε να δείξουμε ποτέ σε κανέναν και κυρίως σ’ εκείνους που τους αφορούσαν ή πως υποκρινόμαστε καιρό τώρα ότι μας νοιάζουν καταστάσεις κι άνθρωποι που καταβάθως μας είναι αδιάφοροι. Είναι κι εκείνοι οι κρυφοί έρωτες που θέριευσαν μέσα μας, είναι κι αυτή η δειλία πίσω απ’ το δήθεν δυναμισμό μας.

Είναι τα όνειρα που δεν έγιναν ποτέ επιδιώξεις κι εκείνα τα όχι που είπαμε, όταν το ναι ούρλιαζε μέσα μας. Είναι εκείνοι που αδικήσαμε κι αυτοί που μας αδίκησαν. Αυτοί που θέλαμε να εκδικηθούμε, αλλά τελικά εκδικηθήκαμε τους εαυτούς μας. Είναι οι χαρές που δε χαρήκαμε, γιατί αναλωθήκαμε στο φθόνο του κόσμου κι εκείνα τα «θέλω» μας, που προσαρμόσαμε στα όρια άλλων. Είναι αυτές οι κατηγορίες που μας κυνηγούν για πράγματα που εμείς χαρήκαμε όσο ποτέ κι εκείνα που τι κι αν τα μετανιώνουμε κάθε μέρα, δε γίνεται ν’ αλλάξουν.

Γι’ αυτά είναι η νύχτα. Το φως δεν τα αντέχει όλα, κι όλα δεν αντέχουν στο φως. Τα καίει και καίγονται. Μπορεί να λέμε πολλά ψέματα αποφεύγοντας τη φωτιά, αλλά τέτοιες ώρες έχουμε ανάγκη να είμαστε ειλικρινείς. Και σ’ αυτό, ναι, είμαστε ειλικρινείς.

 

Επιμέλεια κειμένου Εβίτας Λυκούδη: Νάννου Αναστασία.

Συντάκτης: Εβίτα Λυκούδη